Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Για το μύθο της ‘αποανάπτυξης’



Για το μύθο της ‘αποανάπτυξης’
Γράφει ο Κώστας Λάμπος
Η χειραγώγηση και η διαστροφή των εννοιών και της γλώσσας υπήρξε πάντα το προνομιακό πεδίο κάθε εξουσίας γιατί χωρίς το έλεγχο των εννοιών και της γλώσσας καμιά εξουσία δεν μπορεί να σταθεί. Γι αυτό οι κυρίαρχες τάξεις κρατούν την ουσιαστική μόρφωση για τον εαυτό τους και αφήνουν τους εξουσιαζόμενους να κατανοούν την πραγματικότητα με έναν τρόπο διαφορετικό και γλωσσικά φτωχό που χάνεται στους στρεβλωτικούς και τοξικούς λαβύρινθους των σκοταδιστικών μύθων και των κομματικών ιδεολογιών. Σε όλες σχεδόν τις χώρες και σε όλες τις εποχές με αποτύπωμα εξουσίας οι εξουσιαστές μιλούσαν διαφορετική γλώσσα από τους εξουσιαζόμενους. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, στον αιώνα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, όπου οι εξουσιαστές μιλάνε στους εξουσιαζόμενους μια γλώσσα που δεν την γνωρίζουν και συνεπώς δεν μπορούν, στην μεγάλη πλειονότητά τους, να καταλάβουν τις παγίδες που κρύβει η γλώσσα της εξουσίας με αποτέλεσμα να την νομιμοποιούν με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους.
Η οικονομία είναι το κατ’ εξοχήν προνομιακό πεδίου του καπιταλισμού. Έχοντας καταφέρει το Κεφάλαιο να ελέγχει το μυαλό των εργαζόμενων μπορεί να ελέγχει και τον παραγωγικό εξοπλισμό και την Εργασία και συνεπώς και τον παραγόμενο πλούτο. Κατάφερε, δηλαδή, να έχει την εξουσία πάνω στους υλικούς όρους ύπαρξης της κοινωνίας, που σημαίνει ότι κατάφερε να ελέγχει και να εκμεταλλεύεται την εργαζόμενη κοινωνία, οδηγώντας την στην εξαθλίωση και στον αποδεκατισμό της μέσω της πείνας, των επιδημιών και των αχόρταγων ιμπεριαλιστικών πολέμων. Οι συνέπειες αυτής της βαρβαρότητας αναγκάζουν .όλο και μεγαλύτερα στρώματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να αξιολογούν τις εμπειρίες τους και να συνειδητοποιούν τον δικό τους ξεχωριστό ρόλο στην κίνηση και στην ιστορία της κοινωνίας-ανθρωπότητας διεκδικώντας αποφασιστικότερα και μαζικότερα έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της κοινωνικής ισότητας, γιατί ακριβώς συνειδητοποιούν ότι το σύνολο των κακοδαιμονιών τους πηγάζει από την οικονομικοκοινωνική ανισότητα που επιβάλλει το κεφάλαιο πάνω στην οικονομία και στην κοινωνία.
Έτσι η χαώδης, σπάταλη, καταστροφική και απάνθρωπη καπιταλιστική οικονομία προκαλεί, όπως άλλωστε είναι φυσικό, έντονες διαμαρτυρίες, κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις στον οικονομικά καχεκτικό και φτωχό Νότο και έντονες συζητήσεις στον ακόμα ‘αναπτυγμένο και πλούσιο’ Βορρά με αντικείμενο την τιθάσευση, ακόμα και την αντικατάσταση, της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο καπιταλισμός είναι η κατ’ εξοχήν οικονομία της διαρκούς και αυξανόμενης μεγέθυνσης, της διαρκούς και αυξανόμενης σπατάλης των φυσικών πόρων και των κοινωνικών δυνάμεων, γιατί μέσω αυτής της διαδικασίας μεγιστοποιούνται τα κέρδη. Όταν αυτή η διαδικασία της μεγέθυνσης, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, διακόπτεται ή σταματάει, τότε υπάρχει κρίση και τα κέρδη γίνονται ζημίες τις οποίες η κυρίαρχη τάξη μετακυλύει στην κοινωνία μέσω της μείωσης των μισθών και ημερομισθίων, του περιορισμού της όποιας κοινωνικής πρόνοιας, της αύξησης της άμεσης φορολογίας και τελικά με τον πόλεμο. Κάποιες φορές, μάλιστα, συμβαίνει ο καπιταλισμός να μπει σε κρίση στασιμότητας και ο κόσμος να πεινάει επειδή έχουν παραχθεί περισσότερα προϊόντα από όσα μπορούν να αγοραστούν ή έχουν συσσωρευτεί περισσότερα χρηματικά κεφάλαια από όσα μπορούν να επενδυθούν. Το αποτέλεσμα αυτών των κρίσεων είναι συνήθως κάποιοι καταστροφικοί πόλεμοι με τους οποίους ο καπιταλισμός ξεπερνάει τις κρίσεις του με προγράμματα ‘ανασυγκρότησης’ των χωρών που κατέστρεψε.
Για τη μελέτη και τη ‘θεραπεία’ αυτής της παθογένειας του καπιταλισμού ιδρύθηκε το 1968 ένας αμφιλεγόμενος διεθνής οργανισμός, η Λέσχη της Ρώμης (Club of Rome), η οποία προέβλεπε στην έκθεσή της, που δημοσιεύτηκε το 1972, παγκόσμια οικονομική καταστροφή για το 2000 και πρότεινε, για τη ‘σωτηρία της ανθρωπότητας’, τη στρατηγική της «μηδενικής οικονομικής μεγέθυνσης»[1] στον Βορρά και στον Νότο, χωρίς φυσικά να αμφισβητήσει το καπιταλιστικό σύστημα, πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού οι δημιουργοί του ήταν βιομήχανοι, αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και αχυράνθρωποι του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου; Ο Βορράς δεν πήρε στα σοβαρά αυτή τη στρατηγική γιατί ήθελε κι άλλη μεγέθυνση για να μη χρεοκοπήσει νωρίτερα από το 2000, και ο Νότος διαμαρτυρήθηκε γιατί είχε αρνητική οικονομική μεγέθυνση ενώ χρειαζόταν μεγάλη και θετική οικονομική ανάπτυξη[2].
Η συζήτηση συνεχίστηκε κάτω από τη δυναμική της ογκούμενης καπιταλιστικής κρίσης, την οποία το κεφάλαιο προσπαθεί να την ξεπεράσει μέσω της στρατηγικής της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, πράγμα που καθιστά αναγκαία την προσαρμογή της γλώσσας. Τα τελευταία χρόνια έκανε την εμφάνισή της η «θεωρία της απο-ανάπτυξης», όπως λανθασμένα αποδόθηκε στα ελληνικά ο όρος decroissance ή degrowth, που σημαίνει απομεγέθυνση, αφού όπως είναι γνωστό η μεγέθυνση αναφέρεται στην ποσοτική πλευρά της οικονομίας, η οποία ενδιαφέρει κύρια τους επιχειρηματίες, ενώ η ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομία ως ποιοτικό σύνολο και ως δίκαιη κατανομή του πλούτου που ενδιαφέρει την κοινωνία.
Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο Γάλλος θεωρητικός Σερζ Λατούς και αφετηρία του είναι η παραδοχή σύμφωνα με την οποία «η εξάλειψη των καπιταλιστών, η απαγόρευση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των αγαθών παραγωγής, η κατάργηση της μισθολογικής σχέσης ή του νομίσματος θα βύθιζαν την κοινωνία στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας. Κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε για να καταργήσει το καπιταλιστικό φαντασιακό και επιπλέον θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα»[3] .Η σοσιαλδημοκρατική οπτική του Λατούς είναι προφανής και για τον λόγο ότι αποσιωπά το γεγονός ότι η άρνηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προϋποθέτει ότι οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού ως το υποκείμενο της πέρα από τον όποιο ιδιωτικό ή κρατικό καπιταλισμό εξέλιξης της ανθρωπότητας, συνοδεύεται από την στρατηγική επιλογή της κοινωνικής ισότητας, η οποία βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή της ως άμεση-αταξική-κοινωνική δημοκρατία που καταργεί την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, την άνιση ανταλλαγή και συνεπώς την οικονομική και κοινωνική ανισότητα, καθώς και την μισθωτή εργασία, την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων και φυσικά την αγορά και το νόμισμα.
Οπότε το πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας δεν ορίζεται από τη σχέση μεταξύ ‘καπιταλιστικής μεγέθυνσης’ και ‘καπιταλιστικής ανάπτυξης’ και η λύση του δεν βρίσκεται στην κάποια ‘απομεγέθυνση’ ή ‘αποανάπτυξη’ του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά στην φύση και στην ποιότητα της ανάπτυξης. Μιας ήπιας και κοινωνικά ελεγχόμενης ανάπτυξης που θα καταργεί την κοινωνική ανισότητα και την εχθρότητα της παραγωγής απέναντι στην Φύση και στον άνθρωπο, που θα καταργεί τον καπιταλισμό. Το ζητούμενο, λοιπόν, για το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη και για το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού ήταν και παραμένει μια άλλη, μια διαφορετική ανάπτυξη με κοινωνικά χαρακτηριστικά και μέτρο τον άνθρωπο.
Ο Σερζ Λατούς, φαίνεται να θεωρεί τον καπιταλισμό ως μοίρα της ανθρωπότητας και γι αυτό προσπαθεί να βρει λύσεις ‘εκ των ενόντων’. Αναζητά διαφορετικούς ρόλους για το χρήμα και για την αγορά[4] από αυτούς που έχουν μέχρι σήμερα, και μετεωριζόμενος σε ένα καπιταλιστικό ‘αντικαπιταλισμό[5]’, καταλήγει στην αντίληψη πως «η σοσιαλιστική κοινωνία θα είναι η πρώτη κοινωνία όπου θα υπάρχει αληθινή αγορά…, σε μια αυτόνομη κοινωνία θα έχετε μια αυθεντική αγορά με την έννοια ότι σ’ αυτήν θα υπάρχει τόσο κατάργηση όλων των θέσεων μονοπωλίου και ολιγοπωλίου, όσο και αντίστοιχα ανάμεσα στις τιμές των αγαθών και στα πραγματικά κοινωνικά κόστη»[6] Τώρα, πώς μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστική κοινωνία με ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και πώς είναι ευκολότερο να καταργήσει κανείς τα μονοπώλια από το να καταργήσει τον καπιταλισμό τον ίδιο, μόνο ένα σοσιαλδημοκρατικό ‘φαντασιακό’ μπορεί να μας το εξηγήσει, ερμηνεία άλλωστε στην οποία μας παραπέμπει και η απειλή προς τις κοινωνίες να μην επιχειρήσουν κατάργηση του καπιταλισμού γιατί τέτοιες ενέργειες «θα τις βύθιζαν στο χάος και δεν θα ήταν δυνατές παρά με το αντίτιμο μιας μαζικής τρομοκρατίας». Ότι ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει με ατομική και μαζική τρομοκρατία τις δυνάμεις που αγωνίζονται για την κοινωνική ισότητα είναι γνωστό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι άνθρωποι και κοινωνίες, θα περιοριστούν στη σοσιαλδημοκρατική πρόταση και στην συστημική ‘οικολογία’ με αίτημα έναν καλύτερο καπιταλισμό χωρίς μονοπώλια και με επιχειρηματίες που θα σέβονται το περιβάλλον, γιατί αυτή η πρόταση όπως αποδείχνεται βρίσκεται εκτός ιστορικού πεδίου και καπιταλιστικής πραγματικόττητας.
Λογικό είναι, στο πλαίσιο αυτού του συγκεχυμένου σκεπτικού, η θεωρία για ‘απο-μεγέθυνση’ να είναι ασαφής, ατελής και να περιορίζεται σε προτάσεις όπως «να μετατρέψουμε τα εργοστάσια αυτοκινήτων σε εργοστάσια μηχανισμών ενεργειακής (θερμοηλεκτρικής) συμπαραγωγής»[7] ή να «αφαιρέσουμε από το νόμισμα μια από τις λειτουργίες του στην καπιταλιστική και προκαπιταλιστική οικονομία: εκείνη του οργάνου ατομικής συσσώρευσης πλούτου και απόκτησης μέσων παραγωγής, αυτό είναι άλλο πράγμα. Αλλά ως μονάδα αξίας και μέσο ανταλλαγής το νόμισμα είναι μεγάλη εφεύρεση, μεγάλη δημιουργία της ανθρωπότητας…»[8]. Η αντίληψη ότι για την ανισοκατανομή του πλούτου φταίνε κάποιες ιδιότητες του νομίσματος ή ακόμα και το νόμισμα το ίδιο αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση μια πλάνη και στη χειρότερη μια συνειδητή απάτη, που προσφέρει άλλοθι στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και διανομής του πλούτου, δηλαδή στην κοινωνική σχέση που κάποιοι λίγοι εξουσιάζουν τα μέσα παραγωγής και συνεπώς ολόκληρη την κοινωνία.
Παρά τη σύγχυση και τις πολλές αντιφάσεις της[9], όμως, είναι αναμφισβήτητο πως η θεωρία της ‘απο-ανάπτυξης’ παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον και θίγει μια σειρά από πρακτικά ζητήματα, που μας βοηθούν να εμβαθύνουμε στην κατανόηση κάποιων θεμάτων και να διευρύνουμε τους ορίζοντες των αναζητήσεών μας για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την οικοδόμηση ενός καινούργιου και καλύτερου κόσμου. Ενός κόσμου απαλλαγμένου από απειλές του τύπου ‘μετά τον καπιταλισμό το χάος’, γιατί ο καπιταλισμός είναι το χάος και η αταξία, στο οποίο μπορούμε και πρέπει να βάλουμε τέρμα για να μπει μια τάξη αρμονίας μεταξύ της Ανθρωπότητας και της Φύσης, καθώς επίσης και μεταξύ ανθρώπων, Λαών, φυλών, χωρών και πολιτισμών πέρα κι έξω από την πολιτισμική πολτοποίηση της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και την απειλή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Στην ίδια περίπου λογική, με τον Σερζ Λατούς, κινείται και η άποψη του Tim Jackson, όπως αυτή διατυπώνεται στο πρόσφατο βιβλίο του[10], ως 'στοχευμένη οικονομική απομεγέθυνση' στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος με μια κάποια 'προσαρμογή του οικονομικού μοντέλου' προς 'καθαρές δραστηριότητες εντάσεως εργασίας' και με 'αλλαγή της κοινωνικής λογικής (του καπιταλισμού), για την καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω της φορολογίας᾿. Οι "καθαρές' ή 'πράσινες δραστηριότητες' παραπέμπουν στον Clean Development Mechanism (μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης) του ΟΗΕ, που επιτρέπει στις χώρες του Βορρά να αγοράζουν και να εμφανίζουν ως δικές τους τις μειώσεις εκπομπών στον Νότο, πράγμα που ερμηνεύει και το φαινόμενο της αποβιομηχάνισης του Νότου ως μια συνειδητή πολιτική του Βορρά. Όλες αυτές οι προσπάθειες που κατατείνουν στο να δώσουν στον καπιταλισμό κάτι που είναι αντίθετο προς τη φύση του, δηλαδή ένα "ανθρώπινο πρόσωπο", δεν είναι καθόλου αθώες, γιατί προσπαθούν να κρύψουν τον χαοτικό και καταστροφικό χαρακτήρα του, και με αυτό τον τρόπο να τον εμφανίσουν ως ένα αιώνιο, διαχρονικό-υπεριστορικό σύστημα, κάτι σαν "μοίρα" της ανθρωπότητας, που δεν μπορούμε να την αλλάξουμε και συνεπώς δεν έχουμε άλλη επιλογή από τον συμβιβασμό και την υποταγή. Όμως και ο καπιταλισμός δεν είναι παρά μια παρένθεση, έστω μια, κατά Πριγκοζίν, διακλάδωση, στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία μπορεί και πρέπει να κλείσει, γιατί η ανθρωπότητα υπήρξε και πριν και σίγουρα θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά τον καπιταλισμό.
Βέβαια, στο πλαίσιο της αμεσοδημοκρατικής επιλογής της κοινωνίας για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, είναι προφανές πως αλλάζει ριζικά τόσο η οικονομική φιλοσοφία όσο, κατά συνέπεια, και η δομή της οικονομίας, αφού στο επίκεντρό της δεν θα βρίσκονται τα κέρδη των επιχειρηματιών, που δεν θα υπάρχουν, αλλά ο άνθρωπος και το κοινωνικό συμφέρον και η ευημερία των πολιτών, που και τα δυο μαζί αποτελούν το εθνικό συμφέρον. Έτσι, στο μεταβατικό στάδιο καθίσταται απόλυτα αναγκαία η στρατηγική των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για τη ριζική ουμανιστική αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας, στα πλαίσια της οποίας κάποιοι κλάδοι της θα πρέπει να καταργηθούν, κάποιοι θα αναπροσανατολιστούν παραγωγικά, κάποιοι άλλοι θα ενισχυθούν και κάποιοι νέοι θα δημιουργηθούν, προκειμένου να επιτευχθεί ο μεγαλύτερος δυνατός βαθμός αυτάρκειας και ευημερίας του πληθυσμού της κάθε χώρας, αλλά και της ισότιμης συνεργασίας μεταξύ των Λαών. Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας, συνεπώς, δεν μπορεί να σημαίνει απλά «ο άνθρωπος πάνω από τα καπιταλιστικά κέρδη», αλλά μια οικονομία χωρίς ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και χωρίς καπιταλιστές και καπιταλιστικά κέρδη, γιατί όσο θα υπάρχουν καπιταλιστές και κέρδη ο άνθρωπος θα είναι πάντα κάτω από αυτά.
Αποκαπιταλιστικοποίηση της οικονομίας, συνεπώς, σημαίνει απόσπαση του παραγωγικού εξοπλισμού από τον έλεγχο των επιχειρηματιών και της καπιταλιστικής τάξης και το πέρασμά του, με την κοινωνική αυτοδιαχείριση, στον απόλυτο έλεγχο της κοινωνίας, χωρίς τον οποίο είναι αδύνατη η αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, την οποία ανέτρεψε ο καπιταλισμός σε βάρος της κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση είναι η κοινωνία που, αποκαπιταλιστικοποιώντας την οικονομία της, θα επιλέξει τις προτεραιότητες, τη φύση, τη δομή και τη μορφή του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου, ώστε να βελτιστοποιείται η λειτουργία της και να μεγιστοποιείται η κοινωνική ευημερία, η κοινωνική ισότητα, η ελευθερία και η οικουμενική ειρήνη.
Και για να επανέρθουμε στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε αυτή τη μικρή ανάλυση αναφορικά με το ρόλο της γλώσσας στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι η ‘θεωρία της αποανάπτυξης’ στην χώρα μας υιοθετήθηκε κυρίως για προπαγανδιστικούς λόγους από το ιδεολογικό κέντρο και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά άκριτα και από κάποιους ανεξάρτητους καλοπροαίρετους και σοβαρούς ντόπιους και ξένους ερευνητές που αγωνιούν πράγματι για την πορεία της κοινωνίας μας και της ανθρωπότητας, με αποτέλεσμα να χρεοκοπήσει και το θετικό κομμάτι αυτής της θεωρίας μαζί με τη χρεοκοπία της εφαρμοσμένης πολιτικής του υπαρκτού ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ η οποία, ως εξουσιαστική γλώσσα τόσο πολύ απέχει από τις διακηρύξεις στο δρόμο προς την πολιτική εξουσία οι οποίες επί της ουσίας δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πρόγραμμα διαχείρισης του βαλτωμένου ελληνικού πλιατσικοκαπιταλισμού που μπορούσε να την προσφέρει μόνο μια κάλπικη, συστημική και εξουσιαστική ‘αριστερά’, βέβαια, για όσο διάστημα θα μπορεί να στοιχίζει την πλειοψηφία πίσω από τις επιλογές του καπιταλιστικού συστήματος.
Μετά και από αυτή την εμπειρία οι δυνάμεις της Εργασίας της Επιστήμης και του Πολιτισμού οφείλουν να συνειδητοποιήσουν τον δικό τους ιστορικό ρόλο για την πολιτικά αυτόνομη και αλληλέγγυα πορεία τους προς έναν αντικαπιταλιστικό, αμεσοδημοκρατικό ουμανιστικό κόσμο[11]., σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, γιατί η παγκοσμιοποίηση του φασισμού προελαύνει και η μόνη απάντηση σ’ αυτή την απειλή μπορεί να είναι μόνο η αμεσοδημοκρατική τοπικοποίηση-επανατοπικοποίηση[12] της οικονομίας, της κοινωνίας και των αποφάσεων. Επανατοπικοποίηση που θα δένει αλληλέγγυα όλες τις οικονομίες και κοινωνίες σε περιφερειακό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Καιρός για άλλες ψευδαισθήσεις δεν υπάρχει.


[1] Βλ. Meadows D. u. a., Die Grenzen des Wachstums. Bericht des Clubs of Rome zur Lange der Menschheit, Stuttgart 1972.
[2] Βλ. σχετικά Λάμπος Κώστας, Εξάρτηση, προχωρημένη υπανάπτυξη και αγροτική οικονομία της Ελλάδας. Μια συμβολή στη μελέτη του (ελληνικού) περιφερειακού καπιταλισμού και των εναλλακτικών στρατηγικών ανάπτυξης, ΑΙΧΜΗ, Αθήνα 1983, σ. 56 κ.ε.
[3] Λατούς Σερζ, Το στοίχημα της αποανάπτυξης, ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 231-232.
[4] «Στο πλαίσιο μιας οικονομίας, όσο λίγο αναπτυγμένης και αν είναι, η (αναγκαία) διαμεσολάβηση (ανταλλαγή) ονομάζεται αγορά. Εάν δημιουργήσουμε ορισμένες προϋποθέσεις (…) η αγορά μπορεί να γίνει ένα είδος μόνιμου δημοψηφίσματος, το οποίο θα επικυρώνει ή θα ακυρώνει τις αποφάσεις σχετικά με την παραγωγή. Είναι αυτό που ο φιλελεύθερος λόγος διατείνεται ότι κάνει η αγορά σήμερα, αλλά είναι αυτό το οποίο στην πραγματικότητα δεν γίνεται», ό.π., σ. 233.
[5] Όπως «η απο-ανάπτυξη είναι ανοιχτά ενάντια στον καπιταλισμό…και… μια κοινωνία απο-ανάπτυξης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή δίχως έξοδο από τον καπιταλισμό. Πάντως η βολική φόρμουλα ‘έξοδος από τον καπιταλισμό’ δεν είναι καθόλου απλή», ό. π., σ. 230 και 231.
[6] Ό. π., σ. 233-234.
[7] Ό. π., σ. 235.
[8] Ό. π., σ. 233.
[9] «Ασφαλώς… μιλάμε για μια ‘α-μεγέθυνση’ (a-croissance), όπως μιλάει κανείς για α-θεϊσμό και όχι για α-ποανάπτυξη. Μολαταύτα σε κάθε περίπτωση, το θέμα είναι να βγούμε από τη μεγέθυνση και συνεπώς και από την ανάπτυξη», ό.π., σ. 296.
[10] Jackson Tim, Ευημερία χωρίς ανάπτυξη. Ένα εναλλακτικό μοντέλο διεξόδου από την κρίση, Κέδρος, Αθήνα 2011.
[11] Για μια εκτενέστερη ανάλυση βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση δημοκρατία και αταξική κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 418 και επόμενες.
[12] Για μια διεξοδική ανάλυση βλέπε: Κολέμπας Γιώργος, Τοπικοποίηση: Από το παγκόσμιο... στο τοπικό. Ένας οικολογικός κόσμος είναι δυνατός, ΑΝΤΙΓΟΝΗ, Θεσσαλονίκη 2009.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

‘Αριστερές’ Αλχημείες και Άμεση Δημοκρατία




‘Αριστερές’ Αλχημείες και Άμεση Δημοκρατία
(Μια αναγκαία διευκρίνιση)

Γράφει ο Κώστας Λάμπος
Είναι αλήθεια ότι ‘ενός κακού μύρια έπονται’. Αλήθεια είναι επίσης ότι αιτία κάθε κακού που συμβαίνει σε κοινωνικό-πολιτικό επίπεδο είναι η νοσηρότητα κάποιου, ή κάποιων εγκεφάλων που φαντασιώνονται ότι είναι μεσσίες και ‘οφείλουν να σώσουν την κοινωνία’ από κάποιους άλλους κακούς μεσσίες που με χίλια ψέματα την εξαπατούν και άγρια την εκμεταλλεύονται. Έτσι οι κάθε φορά υποψήφιοι νέοι σωτήρες κατασκευάζουν και υλοποιούν τη δική τους κομματική ιδεολογία εξαπάτησης των λαών, φυσικά με τη βοήθεια ξένων ειδικών, αυτόκλητων ‘πολιτικών φιλοσόφων’, νάρκισσων ‘εθνικών φιλοσόφων’ τρόφιμων της ντόπιας συστημικής κομπραδόρικης ιντελιγκέντσιας και φυσικά με τα εργολαβικά ΜΜΕ, ένα νέου τύπου μαγικό μαντζούνι με μπόλικη ‘αριστερή’, ‘αντικαπιταλιστική’ αλχημεία με το οποίο υπόσχονται στην πολιτική τους πελατεία, στους καταναλωτές πολιτικών-κομματικών παραμυθιών τα πάντα.
Υπόσχονται την Ελλάδα του 21ου αιώνα[1], ακόμα και Άμεση Δημοκρατία με μπόλικο κεφάλαιο, αλλά με δόσεις και χωρίς να αναφερθούν και να αγγίξουν την αιτία της κακοδαιμονίας των εργαζόμενων και συνεπώς της τραγωδίας της ανθρωπότητας, που δεν είναι άλλη από την κοινωνική ανισότητα που έχει σχέση με τον τρόπο παραγωγής και κατανομής των αγαθών, ο οποίος με τη σειρά του πηγάζει από την βίαια κατεχόμενη και παράνομα κατοχυρωμένη ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Είναι η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής που καθορίζει και τον τρόπο παραγωγής και διανομής των αγαθών, η οποία παράγει και αναπαράγει την εξουσία των λίγων πάνω στους πολλούς, που παράγει οικονομική ανισότητα, φτώχεια, πείνα και καταστροφικούς πολέμους, με αποκλειστικό σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας των κεφαλαιοκρατών. Συνεπώς το να μην μιλάνε τα κόμματα και οι πολιτικοί γι αυτήν την πραγματικότητα και αντίθετα να υπόσχονται ισότητα, δικαιοσύνη και καλύτερη από τους αντιπάλους τους, πολιτική διαμεσολάβηση μεταξύ του απάνθρωπου και καταστροφικού κεφαλαίου και της εργαζόμενης κοινωνίας, αυτό σημαίνει συνειδητή πολιτική εξαπάτηση της κοινωνίας. Αλλά αυτό είναι το επάγγελμα των πολιτικών. Να εξαπατούν τους εργαζόμενους για λογαριασμό των ολιγαρχών εργοδοτών τους. Ένα επάγγελμα που θα καταργηθεί μόνο σε συνθήκες πραγματικής άμεσης δημοκρατίας, γιατί αυτό θα ασκείται εκ περιτροπής για ορισμένο μόνο χρόνο (και με επικρεμάμενη την άμεση ανάκληση) από όλους ανεξαίρετα τους Πολίτες.
Για να λειτουργεί το σύστημα της εξαπάτησης, οι επιμέρους ανταγωνιζόμενοι όμιλοι κεφαλαιούχων διατηρούν εκτροφεία παραγωγής επαγγελματιών πολιτικών, που εμφανίζονται ‘αντ’ αυτού’ και μετατοπίζουν την αιτία της κακοδαιμονίας της κοινωνίας, από το κεφάλαιο που κρύβεται πίσω από το πολιτικό προσωπικό του και πιο συγκεκριμένα πίσω από τον αστικό κοινοβουλευτικό θίασό του, στα θύματά του, στους κομπάρσους του κοινοβουλευτικού συστήματος, στους ψηφοφόρους. Ένα θεατρικό μπουλούκι όπου αναλώσιμοι υποκριτές επαγγελματίες πολιτικοί που συμπρωταγωνιστούν εναλλακτικά σε ρόλους ακροδεξιάς, δεξιάς, κεντροδεξιάς, κεντρώας, κεντροαριστερής και αριστερής κυβέρνησης, αντιπολίτευσης και πρόθυμων μπαλαντέρ, με όψη φασίστα, ρατσιστή, δεξιού, κεντρώου και αριστερού, αναλαμβάνουν ως παρένθετοι θεσμοί και ως αχυράνθρωποι, ανάλογα, όταν και εφόσον καταφέρνουν να στοιχίσουν πίσω από τα ‘πολιτικά προγράμματά τους’ κάτι παραπάνω από το 3% του εκλογικού σώματος, να σχηματίσουν μονοκομματικές ή πολυκομματικές κυβερνήσεις σε ρόλο πλυντηρίου του κεφαλαίου και αφιονιστή της κοινωνίας.
Μιας κοινωνίας που την τελευταία δεκαετία, μπουχτισμένη από την υποκρισία και την αναποτελεσματικότητα του αστικού κοινοβουλευτισμού, από τα εγκλήματα του κεφαλαίου και από την συμβιβασμένη και αδιέξοδη πολιτική της δογματικής παραδοσιακής αστικής και μικροαστικής αριστεράς που ευαγγελίζεται έναν κρατισμό τριτοτεταρτοδιεθνιστικού τύπου, ξεχύθηκε στις πλατείες των μεγάλων πόλεων του κόσμου και διακήρυξε αυθόρμητα την απαίτησή της για άμεση δημοκρατία[2]. Ήταν μια πρώτη σύγχρονη προσπάθεια, μια πρόβα των κοινωνιών να μετακινηθούν από τη θέση του αντικειμένου της εκμετάλλευσής τους από το κεφάλαιο στη θέση του υποκειμένου της ιστορίας και του νεκροθάφτη του κεφαλαίου. Ήταν, ακόμα και ως πρόβα, ένας εφιάλτης για το κεφάλαιο.
Αυτόν τον εφιάλτη του το κεφάλαιο κατάφερε, επιστρατεύοντας ‘αριστερούς μάγους’, ‘νέους σοσιαλδημοκράτες’, ‘σπίθες εγωπάθειας’, ‘κομπλεξικούς πολιτικούς φιλόσοφους πυγολαμπίδες’, ‘οικονομικούς αναλυτές’ σε ρόλο φαρμακοποιού του καπιταλισμού, ‘αριστερές ριζοσπαστικές’ πρωτοπορίες χαρμανιασμένων εξουσιομανών, ‘φαντασμένους ή εντεταλμένους γνώστες της θεωρίας των παιγνίων’ και αρκετούς εξωνημένους καλαμαράδες, να τον κοιμίσει, πείθοντας την κοινωνία να εγκαταλείψει τις πλατείες και την άμεση δημοκρατία και να ξαναγυρίσει στους καναπέδες και στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία γιατί οι καινούργιοι μεσσίες-σωτήρες της θα πάρουν, υποτίθεται για λογαριασμό της, εκδίκηση από τους παλιούς-κακούς ψευδομεσσίες.
Έτσι στήθηκε το καινούργιο σκηνικό πολιτικής εξαπάτησης, ένα τσίρκο που διαθέτει ταχυδακτυλουργούς που σκίζουν τα μνημόνια της υποταγής με ‘έναν νόμο και με ένα άρθρο’, που ‘θα κάνουν την καπιταλιστική αγορά να χορεύει πεντοζάλη’, που θα ‘φέρουν το λαό στην εξουσία’, όπως ο παλιός αρκουδιάρης περιέφερε την ‘κυρά Μάρω’, την αρκούδα του στα λαϊκά παζάρια για να προσκυνάει το κοινό που έριχνε φράγκα στο ντέφι του αρκουδιάρη. Βέβαια το καινούργιο σκηνικό είχε και ειδικά δικαστήρια με ικριώματα στα υπόγεια της εξουσίας για τους διεφθαρμένους πολιτικούς αντιπάλους, όπως είχε επίσης και ‘επαναφορά του κατώτατου μισθού και των συντάξεων στα επίπεδα των ‘παχιών αγελάδων’. Με τούτα και μ’ εκείνα λοιπόν ‘ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος λαός’, αλλά κατά το αστικό τελετουργικό και ‘κυρίαρχος λαός’ αποφάσισε, ζαλισμένος όπως ήταν, να ‘αναθέσει την πολιτική εξουσία’ στον νέο ‘αριστερό’ θαυματοποιό και στην πολιτική συμμορία του που απαρτίζεται από αφελείς μέχρι πανούργους πολιτικάντηδες και τυχοδιώκτες, τυλιγμένους στον ακροδεξιό ζουρλομανδύα του ‘αμόλυντου’, αλλά σύμφωνα με δημόσια ομολογία του ιδίου, ‘ψεκασμένου’ υπουργού εθνικής άμυνας ‘για τον φόβο των ιουδαίων’ και καμιάς ‘αριστερής επαναστατικής’ κουζουλάδας.
Και ‘πριν αλέκτωρ λαλείσαι’ και αντί ‘να χορεύουν πεντοζάλη οι αγορές’ άρχισε η ‘πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση’ να χορεύει καρσιλαμά και στο μεθύσι της εξουσίας πάνω άρχισε να υπογράφει νέα μνημόνια, χειρότερα από τα προηγούμενα, να ξεπουλάει τον εθνικό πλούτο για 99 χρόνια με το επιχείρημα ότι αυτά είναι λιγότερα από τα τετρακόσια της οθωμανικής σκλαβιάς, να ξεδοντιάζει εργαζόμενους και συνταξιούχους και να νομοθετεί αυτόματα κουρέματα μισθών και συντάξεων μαζί με το ξεθεμελίωμα των ελάχιστων υπόλοιπων δικαιωμάτων των εργαζόμενων και τον περιορισμό της πολυφωνίας και των όποιων πολιτικών ελευθεριών.
Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι ότι η ‘πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας’ επέλεξε, γαντζωμένη στην δοτή πολιτική εξουσία, να πάει με το κεφάλαιο και να αφήσει την κοινωνία, πράγμα που προϋπέθετε την εγκατάλειψη της κυβέρνησης, την καταγγελία του κεφαλαίου και την προσφυγή της στις δυνάμεις της Εργασίας της Επιστήμης και του Πολιτισμού της Ελλάδας, της Ευρώπης και του πλανήτη ολόκληρου για την πολιτική τους αυτονόμηση και την συγκρότηση ενός ευρέως αντικαπιταλιστικού μετώπου με προοπτική την κοινωνική αυτοδιεύθυνση στη βάση της κοινοκτημοσύνης και της αταξικής δημοκρατίας. Αντί γι αυτό έκανε κάτι ακόμα χειρότερο. Επέλεξε στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό μεταξύ Γερμανίας και Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής για τον αποκλειστικό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την παγκόσμια ηγεμονία, να εγκαταλείψει την υπόσχεσή της για την μετακίνηση της Ε.Ε. από το κεφάλαιο προς την Ευρώπη των Λαών και την αμεσοδημοκρατική κοινωνία. Αυτή η στροφή προς τα δεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό ανάγκασε την ‘αριστερή κυβέρνηση’ να κάνει πολιτική πατώντας πότε στη βάρκα του νεογερμανισμού[3] και πότε σ’ αυτήν του αμερικανισμού[4], μέχρι που αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τις ψευδαισθήσεις της για το μπόι της και τις δυνατότητές της και να γίνει παράδειγμα προς αποφυγήν, πράγμα που βοηθάει την επιδιωκόμενη από τον αμερικανισμό και το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο στροφή των λαών της Ευρώπης προς ακροδεξιά σχήματα και αυταρχικότερες κυβερνήσεις, προς έναν φασιστικό και ρατσιστικό εθνικισμό που θα μας γυρίσει, αν δεν σταματήσουμε έγκαιρα αυτήν την κατρακύλα, στον 19ο και στον 20ο αιώνα του φασισμού, των πολέμων και της κουτσουρεμένης ακόμα και αυτής της αστικής δημοκρατίας.
Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η πολιτική πελατεία του ΣΥΡΙΖΑ να φυλλοροεί και το εκλογικό σώμα, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, να στρέφεται και πάλι προς τις ανασυγκροτημένες συντηρητικές και αντιδραστικές κατευθύνσεις, αφού, όπως υπαγορεύει η υποτίθεται ‘κοινή λογική’ των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, ‘όλοι το ίδιο είναι’ εννοώντας βέβαια τα πολιτικά κόμματα και το υπαλληλικό πολιτικό προσωπικό, δηλαδή τους επαγγελματίες πολιτικούς. Μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις ο Τσίπρας ξαναθυμήθηκε τον αριστερό λαϊκισμό του και προσπαθεί να ξαναεξαπατήσει τον Ελληνικό Λαό τάζοντάς του  ‘συνταγματικές μεταρρυθμίσεις’, ‘Δημοψηφίσματα’ και ‘Λαϊκές Πρωτοβουλίες’ κακοαντιγράφοντας το απατηλό κλεπτοκρατικό ελβετικό μοντέλο στο οποίο καταφεύγει από κάθε γωνιά του πλανήτη το κλεμμένο από τα δημόσια ταμεία κεφάλαιο, καθώς και εκείνο που αποκτάται από παράνομες δραστηριότητες για να ξεπλυθεί και να καμουφλαριστεί κάτω από την υποτιθέμενη ‘άμεση δημοκρατία’[5] στην υπηρεσία του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Ο κύριος Τσίπρας προσποιείται ότι αγνοεί πως το κύριο χαρακτηριστικό της άμεσης δημοκρατίας δεν είναι τα, κυρίως σε δικτατορικά καθεστώτα και στην αδιέξοδη αστική αντιπροσωπευτική δημοκρατία δημοφιλή, δημοψηφίσματα, αλλά η κοινοκτημοσύνη και η κοινωνική αυτοδιεύθυνση που δημιουργεί συνθήκες ισηγορίας, ισονομίας, ισοπολιτείας και κοινωνικής ισότητας. Προσποιείται πως αγνοεί ότι σε συνθήκες ακραίων οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων και σε καθημαγμένες κοινωνίες όπου το κουμάντο το κάνουν οι οικονομικοί ολιγάρχες με τις πολιτικές δυναστείες και τις συμμορίες τους, τα υποτιθέμενα δημοψηφίσματα γίνονται για να κάνουν συνένοχο την κοινωνία στις εγκληματικές πολιτικές τους, αφού γνωρίζει ότι οι ψηφοφόροι χειραγωγούνται, αλλά κι όταν αυτό αποτύχει τότε η δευτερογενής πολιτική εξουσία θα υποκύψει στην πρωτογενή οικονομική εξουσία, όπως έκανε ο ίδιος τον περασμένο χρόνο με το δημοψήφισμα οπερέτα, και θα κάνει το ΟΧΙ στο μνημόνιο ΝΑΙ και μάλιστα με τους όρους που του υπαγόρευσαν τα μεγάλα αφεντικά του.
Ο κύριος Τσίπρας διήνυσε σε πολύ λίγο χρόνο πολύ μεγάλη απόσταση στην άγρια καπιταλιστική Δύση και απομακρύνθηκε τόσο πολύ από την, υποθέτω αγνή, αριστερή νεότητά του ώστε να του είναι αδύνατη κάθε επιστροφή σ’ αυτήν. Αλλά και να το μπορούσε δεν θα τον πίστευε πια κανένας. Γι αυτό εκείνο που του μένει είναι μια ‘ηρωική έξοδος’ με όλους τους κινδύνους που εμπεριέχει μια τέτοια επιλογή. Διαφορετικά είναι αναγκασμένος, για να κρατήσει την εξουσία, να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την ήδη σκληρή πολιτική που του υπαγορεύουν τα κέντρα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και να  εξελιχθεί σε ένα είδος βαλκανικού τύπου Μπενίτο Μουσολίνι που κάθε μέρα που περνάει θα ξεσηκώνει όλο και μεγαλύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας εναντίον του και θα καταγράφεται στην ιστορία ως συνειδητός προδότης όχι μόνο του παγκόσμιου αριστερού, με την έννοια του αμεσοδημοκρατικού, προτάγματος και όσων τον πίστεψαν, αλλά ολόκληρης της χώρας και του Ελληνισμού.
Μετά και από αυτήν την εμπειρία τους οφείλουν να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα και τα θύματα του κεφαλαίου και της αστικής δημοκρατίας του, καθώς επίσης και της αστικής και της μικροαστικής ‘αριστεράς’ του. Οφείλουν οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να συνειδητοποιήσουν ότι το έργο της κοινωνικής τους απελευθέρωσης δεν μπορούν να το αναθέτουν σε εργολάβους των εκμεταλλευτών τους, γιατί τότε είναι καταδικασμένες να έχουν την μοίρα του μυθικού Σισύφου.
Οφείλουν, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, να κατανοήσουν ότι, η επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη Γνώση, η απελευθερωτική τεχνολογία και ο ανατέλλων ουμανιστικός πολιτισμός του 21ου αιώνα, κληροδοτήματα όλων των περασμένων γενεών, μπορούν, στο βαθμό που θα τα αποσπούν από την καταχρηστική κατοχή του κεφαλαίου, να τις καταστήσουν ικανές να οικοδομήσουν έναν καλύτερο κόσμο, όπως διαχρονικά τον οραματίζονται και για τον οποίο διαχρονικά αγωνίζονται. Έναν κόσμο της κοινοκτημοσύνης, της αναλογικής οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, της αταξικής δημοκρατίας[6] χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε δημοκρατία, ούτε ελευθερία, ούτε και μέλλον για την ανθρωπότητα.
Αρκετά με τις δεξιές και τις ‘αριστερές’ Αλχημείες. Αρκετά με την δημοκρατία του καναπέ, της ανεργίας, της φτώχειας, της πείνας και των απάνθρωπων και καταστροφικών πολέμων για να μεγαλώνουν τα κέρδη του 1% σε βάρος του 99% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αρκετά με την καπιταλιστική βαρβαρότητα των σκοταδιστικών και εξουσιαστικών ιερατείων[7]. Τώρα είναι η ώρα ενός Νέου Διαφωτισμού, ενός Νέου Οικουμενικού Ουμανιστικού Κινήματος που θα σαρώσει, μέσα από τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και οικουμενικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις ριζικής αποκαπιταλιστικοποίησης των τοπικών και των εθνικών κοινωνιών και της ανθρωπότητας συνολικά, κάθε αρνητικό στοιχείο του παλιού, για να μπορέσει με διαδικασίες ταυτόχρονης αυτοθέσμισης να γεννηθεί η αταξική δημοκρατική κοινωνία, η μόνο πραγματική μορφή άμεσης δημοκρατίας.
Καιρός για άλλες αλχημείες και ψευδαισθήσεις δεν υπάρχει. Ας κάνουμε όλοι σε ατομική και συλλογική βάση το πρώτο μικρό βήμα της εποχής μας προς την πραγματική και ολοκληρωμένη άμεση δημοκρατία, για να έχει συνέχεια το μεγάλο και συναρπαστικό ταξίδι της ανθρωπότητας.


[1] Κώστας Λάμπος, Η Ελλάδα στο κατώφλι του 21ου αιώνα, στο: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/i-ellada-sto-katofli-toy-21oy-aiona-toy-kosta-lampoy
[2] Βλέπε σχετική ανάλυση στο: Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
[3] Βλέπε σχετικά Λάμπος Κώστας, Νεογερμανισμός. Ο νέος εφιάλτης της Ευρώπης; Πολίτες, τεύχος 35/Φεβρουάριος 2012 και 36/Μάρτιος 2012 και http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1225116. Καθώς και Neogermanismus: Der neue Alptraum Europas? in: http://lefthumanism.blogspot.com/2012/
[4] Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής. ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[5] Βλέπε σχετικά στο: Λάμπος Κώστας Μύθος και πραγματικότητα της Ελβετικής ‘Άμεσης Δημοκρατίας’, Πολίτες, τεύχος 42 / Οκτώβρης-Νοέμβρης 2013 και στο: http://tvxs.gr/news/user-post/gia-mytho-kai-tin-pragmatikotita-tis-elbetikis-amesis-dimokratias
[6] Λάμπος Κώστας, Αταξική Δημοκρατία και Ουμανισμός στον 21ο αιώνα, στο συλλογικό τόμο: Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο αιώνα, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013, και στο: http://www.dimovoulio.gr/wp-content/uploads/2015/01/ataxiki-dimokratia-oikoumenikos-oumanismos-21o-aiona.pdf
[7] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015, 1η έκδοση και 2016 2η έκδοση.

«ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ»: Η κριτική της «κοιλάδας των δακρύων…»



«ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ»: Η κριτική της «κοιλάδας των δακρύων…»*
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΑΡΙΤΑΚΗ 
Αν «η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση κάθε κριτικής»1 όπως έγραφε ο Μαρξ το 1844, τότε το βιβλίο του Κώστα Λάμπου Θεός και Κεφάλαιο είναι μια απαραίτητη είσοδος σε μια μάχη που φαίνεται πως όχι μόνο δεν έχει τελειώσει, αλλά αποκτά μια νέα δραματική επικαιρότητα στις μέρες μας. Πράγματι, φαίνεται πως, παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις του Διαφωτισμού, «ο Θεός δεν πέθανε», και επομένως η κριτική στη θρησκεία εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε προσπάθεια να τοποθετήσουμε τον άνθρωπο και τον κόσμο με τα πόδια στη γη.
Το συγκεκριμένο βιβλίο το κάνει αυτό, μάλιστα, με πολεμικό τρόπο. Κι αυτό είναι μια από τις αρετές του: έναν κόσμο όπου τόσοι πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να χύνουν το αίμα τους και το αίμα των άλλων εν ονόματι των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μόνο πολεμικά μπορείς να τον αντιμετωπίσεις, χρησιμοποιώντας τα «όπλα της κριτικής» ενάντια στην «κριτική των όπλων». Από αυτή τη σκοπιά, πρόκειται για ένα «βέβηλο» βιβλίο, κι αυτή είναι άλλη μια αρετή του, καθώς απομαγεύει μια «θρησκευτικότητα» που εδώ και αιώνες ιεροποιεί τη βαρβαρότητα. Βεβαίως, το ειδικό σημείο στο οποίο εστιάζει, κι αυτή είναι η ιδιαίτερη συνεισφορά του, είναι η ιστορική και διαρκής διαπλοκή των θρησκειών με τις εξουσίες και κυρίως η σχέση τους με τη σχέση-κεφάλαιο και τις νεωτερικές καπιταλιστικές κοινωνικές δομές.
Επιχειρώντας περισσότερο έναν διάλογο με τα ζητήματα που αναλύει εξαιρετικά το βιβλίο και όχι μια παρουσίασή του, θα θέσω κάποιους συνειρμούς που μου δημιούργησε αλλά και κάποια ερωτήματα-ενστάσεις που ίσως χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
«Το ιστορικά ανήκουστο του καπιταλισμού», γράφει ο Μπένγιαμιν σε ένα κείμενό του με τίτλο Ο καπιταλισμός ως θρησκεία 2, «συνίσταται στο ότι η θρησκεία δεν αποτελεί πλέον αναμόρφωση του Είναι αλλά συντριβή του- διεύρυνση της απελπισίας ώσπου αυτή να καταστεί θρησκευτική κατάσταση του κόσμου, κατάσταση από την οποία προσδοκάται η λύτρωση». Είναι μάλλον το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα, όπου η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου διασπείρει και γενικεύει παντού μια κατάσταση απελπισίας, η οποία τείνει να βιωθεί θρησκευτικά όχι μόνο στην Ανατολή αλλά και στη Δύση. Είτε ως αντίδραση σε μια παγκόσμια τάξη βαθέματος της ανισότητας και της εκμετάλλευσης ανθρώπων και ολόκληρων περιοχών, είτε ως αντανακλαστικό προς την περικύκλωση της μειοψηφίας των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κέντρων από τα πλήθη των κατατρεγμένων, η θρησκευτικότητα πολιτικοποιείται και γίνεται όπλο στον ακήρυχτο παγκόσμιο πόλεμο που ζούμε.
Φυσικά δεν πρόκειται για θρησκευτικό πόλεμο ή πόλεμο των πολιτισμών, όπως βολεύει να εμφανίζουν την κατάσταση οι ένθεν και εκείθεν εξουσίες. Αυτή η αναβίωση των θρησκειών και η άμεση εμπλοκή τους στο πολιτικό παιχνίδι δεν είναι, όμως, και απλώς το εργαλειακό αποτέλεσμα της υποδαύλισης από τα τοπικά και υπερεθνικά κεφάλαια, όπως υποστηρίζεται συχνά στο βιβλίο. Αποτελεί και μια αυθόρμητη αντίδραση πληθυσμών που αναζητούν μια κοινότητα είτε μέσα στα ερείπια των κατεστραμμένων τους χωρών είτε μέσα στην έρημο της νεοφιλελεύθερης αποδόμησης κάθε κοινωνικού δεσμού σε κραταιές κατά τα άλλα επικράτειες.
Η «φαντασιακή κοινότητα» της θρησκείας, πιο ισχυρά και από το έθνος και τη φυλή, αποτελούσε πάντα και παρηγορητικό αποκούμπι και απελπισμένη κραυγή. Ας δανειστούμε και πάλι το περίφημο χωρίο του Μαρξ για τη θρησκεία, αυτή τη φορά όμως χωρίς να αποκόπτουμε μόνο την τελευταία φράση του όπως γίνεται συνήθως: «Η θρησκευτική αθλιότητα είναι, αφ’ ενός, η έκφραση της πραγματικής αθλιότητας και, αφ’ ετέρου, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική αθλιότητα. Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του κατατρεγμένου πλάσματος, η ψυχή ενός άκαρδου κόσμου αλλά και το πνεύμα μιας μη πνευματικής κατάστασης. Είναι το όπιο του λαού»3.
Αυτή η διαλεκτική καθησυχασμού και διαμαρτυρίας κινεί και σήμερα τα νήματα του θρησκευτικού φαινομένου, ιδίως καθώς έχουν εκλείψει οι μεγάλες ιδεολογίες που επιχείρησαν (και σ’ έναν βαθμό πέτυχαν) να πάρουν τη θέση των θρησκειών κατά τον 20ό αιώνα. Η αντοχή και αναζωπύρωση των θρησκειών δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο με τη διαρκή υποστήριξή τους από το κράτος και το κεφάλαιο, ούτε μόνο με την ήττα στον πόλεμο των ιδεών των ιστορικών απελευθερωτικών ρευμάτων. Θεμελιώνεται στην ίδια την υλική πραγματικότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων της ανταγωνιστικής εξατομίκευσης και της ιεροποίησης της ιδιοκτησίας (κι εδώ είναι πολύ σημαντικές οι επισημάνσεις του βιβλίου).
Θεμελιώνεται όμως και στην ίδια τη φύση της θρησκευτικής εξουσίας: πολύ πριν από το νεωτερικό κράτος, η θρησκεία αποτελούσε την πρώτη μορφή βιοπολιτικής, με την έννοια της υπαγωγής ολόκληρου του βίου σε μια αρχή και της φροντίδας, καθοδήγησης και ελέγχου του από αυτήν. Όχι μόνο με τις δομές φιλανθρωπίας των εκκλησιών, αλλά και με ένα ολόκληρο πνευματικό οπλοστάσιο, η θρησκεία ήταν και είναι ικανή να καθοδηγεί επιλογές σε όλο το φάσμα της ζωής, να παρέχει την «ασφάλεια» της ανταμοιβής για τα δεινά του βίου (έστω και μετά θάνατον), και να διαχέει μια αίσθηση φροντίδας, σε εποχές που η αστάθεια και η κατάρρευση ολόκληρων κρατικών δομών αφήνει «χωρίς στον ήλιο μοίρα» εκατομμύρια ανθρώπους.
Το βιβλίο διαπνέεται από την «αισιοδοξία του Διαφωτισμού» (για πορεία νίκης των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, μιλάει ο συγγραφέας), η οποία όμως δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά. Αντίθετα, έχουν ηττηθεί όλες οι ιδεολογίες της προόδου και της ανάπτυξης, αστικές και σοσιαλιστικές. Ούτε η επιστήμη νίκησε τη θρησκεία, ούτε η ανάπτυξη την ξερίζωσε. Η εργαλειο-ποίηση του επιστημονικού ορθολογισμού από το κεφάλαιο και η χρησιμοποίησή του για την καθυπόταξη του ανθρώπου και της φύσης, διέλυσε το φως που θα αναμετριόταν με το σκότος της θρησκείας και δημιούργησε μια νέα πίστη στην επιστημονικοτεχνική τάξη και μια εξάρτηση από αυτήν εξίσου θρησκευτική. Ενώ η ανάπτυξη, δημιουργώντας για τη μειοψηφία της αναπτυγμένης Δύσης έναν τεχνητό καταναλωτικό παράδεισο, εκκένωσε από κάθε νόημα την ύπαρξη και ερήμωσε το κοινωνικό τοπίο, οδηγώντας εκ νέου στην αναζήτηση της μεταφυσικής πνευματικής θαλπωρής.
Σήμερα δε, εν μέσω της καπιταλιστικής κρίσης και των τεράστιων μεταναστευτικών ροών, καταρρέει και το τελευταίο ίχνος της υποτιθέμενης ηθικής και πολιτισμικής ανωτερότητας της καπιταλιστικής Δύσης και της Ευρώπης ως κοιτίδας του Διαφωτισμού. Η εθνικιστική αναδίπλωση αλληλοτροφοδοτείται με τη θρησκευτική περιχαράκωση, ενοχοποιώντας και αντιμετωπίζοντας ως βάρβαρο τον ξένο-αλλόπιστο.
Αυτή η αλληλοτροφοδότηση θρησκείας και καπιταλισμού είναι μια διαρκής διαδικασία καθ’ όλη τη νεωτερικότητα. Στη βάση αυτής της σχέσης βρίσκεται η αλλοτρίωση, όπως σωστά αναλύεται στο βιβλίο, η οποία αποτελεί πυρηνικό στοιχείο τόσο του θρησκευτικού φαινομένου όσο και των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Υπάρχει, ωστόσο, και άλλο ένα σημαντικό κοινό στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της θρησκείας όσο και του καπιταλισμού: η ενοχή-χρέος. Όπως έχει καταδείξει ο Γκραέμπερ στο βιβλίο του Χρέος, Τα πρώτα 5000 χρόνια4, η ηθικοθρησκευτική ενοχή διαπλέκεται με τη χρηματική οφειλή-χρέος, μεταστρεφόμενη η μία στην άλλη. Εντός της θρησκείας είμαστε όλοι ένοχοι και με χρέος προς τον Θεό. Εντός του καπιταλισμού είμαστε όλοι ένοχοι και με χρέος προς το κεφάλαιο. Όλη η ζωή είναι η κοπιώδης προσπάθεια να ανταποκριθούμε σε αυτό το διπλό χρέος.
Γι’ αυτό, παραθέτοντας πάλι τον Μαρξ, «Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού είναι η απαίτηση της πραγματικής ευτυχίας του. Η απαίτηση να εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις σχετικά με την κατάστασή του είναι η απαίτηση να εγκαταλειφθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη τις ψευδαισθήσεις. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν η εν σπέρματι κριτική της κοιλάδας των δακρύων που έχει ως φωτοστέφανο τη θρησκεία»5.
Το βιβλίο του Κώστα Λάμπου βοηθάει σε αυτή την τόσο αναγκαία αποκαθήλωση.
_______________
Σημειώσεις
1.      Καρλ Μαρξ, Για την κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας τον δικαίου, M.E.W., τ. 1, σ. 378, περιλαμβάνεται στο Καρλ Μαρξ, Για τη Γαλλική Επανάσταση, μετάφραση Χριστίνα Γιαννούλη, Δημήτρης Δημούλης, επιμέλεια Γιάννης Μηλιάς, εκδόσεις Εξάντας, 1990.
2.      Περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 7, Ιανουάριος 2005.
3.      Καρλ Μαρξ, Για την κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας τον δικαίου, ό.π.
4.      Ντέιβιντ Γκραέμπερ, Χρέος, Τα πρώτα 5000χρόνια, μετάφραση: Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος Καράμπελας, Γιάννης Πεδιώτης, επιμέλεια: Άρης Αναγνωστόπουλος, εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες, 2013.
5.      Καρλ Μαρξ, Για την κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας τον δικαίου, ό.π.
____________________

* Ουτοπία, τεύχος 116/Μάρτιος-Απρίλιος 2016, σελ. 167-170.

Πίστη χωρίς μεσάζοντες

Πίστη χωρίς μεσάζοντες  «Είσαι θρησκευόμενος; Πιστεύεις σε κάποιο θεό; Καλά κάνεις αφού έτσι νοιώθεις, αν και δεν χρειάζεται, γιατί μια ...