Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Ο καπιταλισμός είναι αντίθετoς με την ανθρώπινη φύση και τον ανθρωπισμό


Ο καπιταλισμός και οι οικονομικοκοινωνικές ανισότητες είναι αντίθετες με την ανθρώπινη φύση και τον ανθρωπισμό

Γράφει ο Κώστας Λάμπος
claslessdemocracy@gmail.com, 


Η τρέχουσα οικονομική κρίση του καπιταλισμού δεν είναι καινούργια κι ας αποτελεί έκφραση της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι μόνο κρίση που αποσκοπεί στη μονοπολική αναδιάρθρωση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά, για να επιτύχει αυτό το σκοπό, λειτουργεί και ως πνευματική κρίση που αποδομεί τον τρόπο ορθολογικής σκέψης και αποσκοπεί στο να «ωριμάσει», διαμέσου του εξουσιαστικού φόβου, της υπονόμευσης της γλώσσας και της σκέψης, της παραπληροφόρησης και του αποπροσανατολισμού, την ανθρωπότητα να δεχτεί τη Νέα Τάξη Πραγμάτων. Δεν είναι ούτε η τελευταία κρίση, κι ας είναι ο τελευταίος κρίκος μιας ατέλειωτης σειράς κρίσεων του κεφαλαίου που προσπαθεί να αναγεννηθεί μέσα από τις παρακμιακές στάχτες του με κάποια καινούργια μορφή που θα του δίνει παράταση ζωής, έστω κι αν αυτό σημαίνει όξυνση της φτώχειας και της καταστροφικής επίδρασής του πάνω στη Φύση και στην κοινωνία, με την αποκρουστική μορφή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και της ‘σκιώδους παγκόσμιας διακυβέρνησης’[1].


Με τις κρίσεις του το κεφάλαιο αναζητά διέξοδο από τις αντιθέσεις του, τις αντιφάσεις του, τις ανικανότητές του και την αστάθειά του, δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερα, όλο και τραγικότερα, όλο και καθολικότερα αδιέξοδα για τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα συνολικά. Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι και τα πολιτικά κόμματα ολόκληρου του φάσματος του αστικού κοινοβουλευτισμού, νεοφιλελεύθερα αστικά δεξιά, κεϋνσιανά αστικά κεντρώα και κρατιστικά αστικά «αριστερά», διακηρύσσουν υποκριτικά ότι αναζητούν διέξοδο που θα ανανεώνει και θα «ηθικοποιεί» τον καπιταλισμό, αλλά και θα βελτιώνει τη θέση των εργαζόμενων, εκπαιδεύοντας τις κοινωνίες στο παιχνίδι του χορτάτου σκύλου και της ολόκληρης καπιταλιστικής πίτας.
Είναι γνωστό ότι καμιά οικονομική κρίση δεν έρχεται απροειδοποίητα, αλλά ως συνέπεια σειράς μικρών και συνεχώς ογκούμενων οικονομικών και κοινωνικών επεισοδίων, γεγονότων και φαινομένων, που προκαλούνται εξαιτίας της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας και κορυφώνονται με το ξέσπασμά της. Έτσι, και η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού αποτελεί το ξέσπασμα της διαρκώς ογκούμενης οικονομικής, κατά συνέπεια και κοινωνικής, ανισότητας, καθώς και της καλπάζουσας ανισορροπίας μεταξύ των κρατών κατά τις τελευταίες δεκαετίες του υποτιθέμενου πολιτικού θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού. Οξύνθηκε και ως επακόλουθο της «ειρηνικής» μεταμόρφωσης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, που δόλια και απατηλά καταχωρίστηκε ως «θάνατος του σοσιαλισμού», σε νεοφιλελεύθερο ιδιωτικό καπιταλισμό, ο οποίος διά της παγκοσμιοποίησής του εξελίσσεται σε μια ολοκληρωτική παγκόσμια δικτατορία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία-ανθρωπότητα, που με την πολιτική λιτότητας, δηλαδή της καθυπόταξης και του πνευματικού στραγγαλισμού των εργαζόμενων, θα φέρει νέες, χειρότερες για την ανθρωπότητα καταστροφικές κρίσεις.
Γι’ αυτό, άτομα, κοινωνίες και ανθρωπότητα, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που μαθαίνουν να συνδέουν τους θρησκευτικούς μύθους, τις οικονομικές θεωρίες και τις πολιτικές ιδεολογίες με τα συμφέροντα που εξυπηρετούν, δεν θέλουν θεωρίες που να «τετραγωνίζουν τον κύκλο» ή δυνάμεις καταστολής που θα κυκλώνουν τα τετράγωνα των φτωχών και εξεγερμένων συνοικιών και αναζητούν διέξοδο όχι στα πλαίσια του καπιταλισμού, αλλά έξω, πέρα και ενάντια σ’ αυτόν. Οι άπειροι αγώνες και οι τεράστιες θυσίες τους δείχνουν ότι όσο ως άτομα, κοινωνίες και ανθρωπότητα δεν γνωρίζουμε την πρωταρχική αιτία των κρίσεων, δηλαδή την πόρτα από την οποία μπήκε στις κοινωνίες η οικονομική ανισότητα, και συνεπώς οι κρίσεις στασιμότητας, πείνας και καταστροφικών πολέμων για την «ανασυγκρότηση» της οικονομικής βάσης της εκάστοτε εξουσίας, και ιδιαίτερα αυτής του κεφαλαίου, τόσο δεν θα μπορούμε να βρούμε την πόρτα εξόδου από το κατ’ εξοχήν σύστημα της κοινωνικής ανισότητας και των καταστροφικών κρίσεων, τον καπιταλισμό, δηλαδή, τον δρόμο προς μια ανθρωπινότερη κοινωνία, προς έναν καλύτερο κόσμο[2].
Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η ανθρωπότητα πορεύτηκε κατά τη μεγαλύτερη περίοδο της διαδρομής της σε συνθήκες ισότητας και ισοκατανομής. Είναι επίσης ιστορικά βεβαιωμένο πως η κοινωνική ανισότητα άρχισε σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και από μια συγκεκριμένη απόφαση μιας αυθαίρετης, μειοψηφικής και ένοπλης εξουσίας που καθιέρωσε το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στους ηττημένους αντιπάλους της και πάνω στην κοινόκτητη γη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, καθίσταται αναγκαίο να στρέψουμε την προσοχή μας προς την έρευνα των συνθηκών της γέννησης και της φύσης της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά και των όρων λειτουργίας, των συνεπειών και της κατάργησής της[3].
Σκοπός αυτής της έρευνας δεν μπορεί να είναι να πάρουν τις ιδιοκτησίες των εχόντων οι μη έχοντες, για να συνεχιστεί η κοινωνική ανισότητα και ο εξουσιαστικός ρεβανσισμός, ούτε να ξαναμοιραστούν οι άνισες ατομικές ιδιοκτησίες σε ίσα μέρη, γιατί η κοινωνική ισότητα δεν είναι μαθηματικό πρόβλημα ισοκτησίας, που είναι αντικειμενικά αδύνατο να υπάρξει, αλλά πρόβλημα καθολικής ακτημοσύνης, ή, με άλλα λόγια, πρόβλημα κοινοκτημοσύνης πάνω στα μέσα, τους όρους και τους πόρους παραγωγής, στην οποία ο καθένας, σύμφωνα με το διαχρονικό όραμα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, θα συμμετέχει στην παραγωγή ανάλογα με τις δυνατότητές του και θα απολαμβάνει στην κατανομή ανάλογα με τις ανάγκες του.
Η κοινωνική ισότητα μπορεί να εννοηθεί μόνο ως σχέση αναλογίας μεταξύ δυνατοτήτων-υποχρεώσεων και αναγκών-απολαβών, πράγμα που σημαίνει ίσες υποχρεώσεις για ίσες δυνατότητες, ίσες ευκαιρίες για όλους και ίσες απολαβές για ίσες ανάγκες. Σημαίνει μια κοινωνία μάνα όλων και όχι παραμάνα των πολλών, στα πλαίσια της οποίας κανένας δεν θα μπορεί να αποκτά πλούτο και δικαιώματα πέρα από τα αναγκαία για τη φυσιολογική σωματική και πνευματική του εξέλιξη, αλλά και κανένας δεν θα αφήνεται να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, με αποτέλεσμα να πένεται και να χάνει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και την ελευθερία του. Αυτή η κοινωνική ισότητα που για εκατοντάδες χιλιάδες ή και για εκατομμύρια χρόνια υπαγορεύτηκε από βιολογικούς λόγους για την επιβίωση του ανθρώπινου είδους και αποτυπώθηκε σε μορφές κοινωνικής οργάνωσης με κριτήριο την ανάλογη με τις ανάγκες ισοκατανομή των κοινών αγαθών, οφείλει να επαναδιατυπωθεί και να επανακτηθεί στο σημερινό πολιτισμικό επίπεδο, τόσο για βιολογικούς λόγους επιβίωσης του ανθρώπινου είδους όσο και για λόγους κοινωνικούς, ηθικούς, ανθρωπιστικούς και πολιτισμικούς, ως απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που απειλεί την ανθρωπότητα με έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο, με πιθανότερη κατάληξη έναν ψηφιακό-τεχνολογικό μεσαίωνα που θα επαναπροσδιορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη με όρους ανισότητας και εξουσίας.
Σκοπός αυτής της μελέτης είναι να κατανοηθεί η εγωιστική φύση, ο συγκρουσιακός χαρακτήρας, ο διασπαστικός ρόλος και οι αρνητικές συνέπειες της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στον άνθρωπο και στην κοινωνία του. Γι’ αυτό θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στις συνθήκες που τη γέννησαν και την επέβαλαν, στις πληγές που άνοιξε πάνω στα σώματα των επιμέρους κοινωνιών και στο ξεστράτισμα του ανθρώπινου πολιτισμού, όπου σήμερα, και εξαιτίας της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, η ανθρωπότητα σφαδάζει κάτω από τη δικτατορία του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που καταπατά το δικαίωμα του άλλου 99% να ζει με αξιοπρέπεια, γιατί έχει υφαρπάξει πάνω από το 60% του πλανήτη ως ατομική του ιδιοκτησία και μέσω αυτού, των άδικων νόμων και των κατασταλτικών μηχανισμών σφετερίζεται πάνω από το 80% του παγκόσμιου πλούτου.
Τέλος, σκοπός αυτής της μελέτης είναι να προσεγγίσει και να φωτίσει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για το ξεπέρασμα του «φόβου του θεού»[4], δηλαδή του φόβου της εξουσίας, του φόβου του Νόμου, της νόθας συνείδησης και της ιδεολογικής πλάνης περί της «ιερότητας της ατομικής ιδιοκτησίας» και της «αιωνιότητας του καπιταλισμού». Όμως ένας στείρος αντικαπιταλισμός, και μάλιστα στο όνομα ενός άλλου καπιταλισμού, φασιστικού ή κρατικίστικου, τριτοτεταρτοδιεθνιστικού ή ποπουλίστικου λατινοαμερικανικού τύπου, δεν μας οδηγεί στην έξοδο από τον καπιταλισμό. Είναι αναγκαίο να συνδυάσουμε την άρνηση του καπιταλισμού με μια νέα θέση, ένα νέο πρόταγμα που θα πείθει για τη χρησιμότητα και την εφικτότητα της ριζικής ακύρωσης του καπιταλισμού, αλλά και για το ρεαλισμό ενός άλλου τύπου κοινωνίας χωρίς αφεντικά και δούλους, προϋπόθεση αναγκαία και ικανή για μια άλλη φιλοσοφία ζωής και για μια άλλη κοινωνία που θα κινείται στη λογική της αμεσοδημοκρατικής αυτοδιεύθυνσης, του «μέτρον άριστον» και του «πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος». Και το σπουδαιότερο είναι ότι αυτός ο μετασχηματισμός μπορεί να συντελεστεί με αυξημένη την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα άμεσης παρέμβασης των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, για να μην παραλύσει η κοινωνική δυναμική και για να αποτραπεί η δημιουργία οικονομικού και διοικητικού χάους, που θα το εκμεταλλευτούν οι ένοπλες οργανωμένες συμμορίες για να περιθωριοποιήσουν και να καθυποτάξουν και πάλι την κοινωνία.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι για να βγει κάποτε η ανθρωπότητα από το θανάσιμο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε με την εμφάνιση, τη βίαιη επιβολή και την αιματηρή διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία η απόλυτη και ριζική κατάργηση και η αντικατάστασή της από σχέσεις κοινωνικοποίησης των πάντων, με τη μορφή της άμεσης δημοκρατίας των κοινών αγαθών και περιεχόμενο την αταξική κοινωνία στα πλαίσια μιας σύγχρονης κοσμοαντίληψης για έναν οικουμενικό ουμανιστικό πολιτισμό.
Οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού που υπομονετικά και επίμονα οδήγησαν με αμέτρητους αγώνες και τεράστιες θυσίες την ανθρωπότητα από τις σπηλιές μέχρι τον 21ο αιώνα και το διάστημα, έχουν δημιουργήσει όλες τις αναγκαίες υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας της ισότητας. Εκείνο που μένει ακόμα ανολοκλήρωτο είναι οι υποκειμενικές προϋποθέσεις, δηλαδή η συνειδητοποίηση από τις ίδιες αυτές δυνάμεις ότι το ζήτημα της κοινωνικής τους απελευθέρωσης δεν είναι υπόθεση θεών, μεσσιών, βασιλιάδων, ηρώων, ηγετών και «φωτισμένων» ελίτ, απελευθερωτικών εξουσιαστικών και τάχα «αριστερών» πρωτοποριών. Αντίθετα, είναι αποκλειστικά δικό τους έργο και δική τους ιστορική υποχρέωση απέναντι στις γενιές που θυσιάστηκαν για να φτάσουμε ως εδώ, αλλά και στις γενιές που έρχονται, για να μη μείνουμε εδώ ή να πισωγυρίσουμε, αλλά να συνεχίσουμε τον αγώνα που θα μας φέρνει όλο και πιο κοντά στο διαχρονικό όραμα της ανθρωπότητας για την κοινωνική ισότητα και τον ουμανισμό. Αυτό βέβαια προϋποθέτει την ανάπτυξη της ικανότητας να βλέπουμε μέσα στο Σήμερα τι κυοφορείται για το Αύριο που Μεθαύριο θα είναι Χθες, για να αποτρέπουμε αρνητικές και να ενισχύουμε θετικές εξελίξεις που θα μας καταστήσουν ως άτομα, ως κοινωνίες και ως ανθρωπότητα ικανούς να χειραφετηθούμε και να αυτοκυβερνηθούμε, πράγμα που προϋποθέτει ένα νέο, ρωμαλέο Κίνημα Οικουμενικού Ουμανιστικού Διαφωτισμού, για να μάθουμε όχι μόνο τι δεν θέλουμε, αλλά και τι ακριβώς θέλουμε και πώς θα το πραγματοποιήσουμε, μετακινούμενοι, βεβαίως, από το νοσηρό Εγώ που επιτρέπει στον καπιταλισμό να λεηλατεί τις ζωές μας στο απελευθερωτικό Εμείς της αυτοπεποίθησης, του αυτοσεβασμού και της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης.
Είναι ζωτικά αναγκαίο η επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση να δραπετεύσει από τα κλειστά «επιστημονικά ιερατεία» που διαπλέκονται με την εκάστοτε εξουσία, να κατεβεί στα χαμηλότερα μορφωτικά στρώματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, με στόχο την απαλλαγή των κοινωνιών από τις «θεόπνευστες» πνευματικές ελίτ, από τις αγοραίες ιδεαλιστικές φιλοσοφίες, από τους ντελάληδες της αστικής ιδεολογίας, ακόμα και από τις μεσσιανικές «αριστερές» πρωτοπορίες, και να προχωρήσει στην αριστεροποίηση της ίδιας της κοινωνίας, στην προοπτική της οικοδόμησης από τα κάτω ενός καλύτερου μέλλοντος και όχι στην επιδιόρθωση του καπιταλιστικού παρελθόντος. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας να απελευθερωθούν τα λαϊκά στρώματα από την αστική ιδεολογία του κοινοβουλευτισμού, ο οποίος ενώ γνωρίζει πως η ανηθικότητα του καπιταλισμού ξεκινάει από την ατομική ιδιοκτησία και την κοινωνική ανισότητα, υποστηρίζει διά των ανταγωνιζόμενων για τη νομή της δοτής εξουσίας κομμάτων πως η ανηθικότητα, η διαφθορά και η εγκληματικότητα οφείλονται στα αντίπαλα κόμματα και στους αντίπαλους πολιτικούς, αφήνοντας συνειδητά το κεφαλαιοκρατικό σύστημα εκτός πεδίου ευθυνών. Το χειρότερο όλων είναι ότι σ’ αυτό το παιχνίδι του κεφαλαίου για την, μέσω των επαγγελματιών πολιτικών και ιδεολογικών διαφημιστών του, παραπλάνηση των πολιτών συμμετέχουν και τα καθεστωτικά «αριστερά» κόμματα, υποσχόμενα αποτελεσματικότερη και εντιμότερη διαχείριση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, πράγμα που απενοχοποιεί το κεφάλαιο και το εμφανίζει ως ηθικά αδικημένο από τους ανήθικους πολιτικούς υπαλλήλους του, τους οποίους βέβαια αυτό το ίδιο τους κατασκευάζει, τους επιλέγει, τους χρηματοδοτεί και τους επιβάλλει ως πολιτικούς διαχειριστές του.
Ο πολιτικός μύθος ότι τάχα φταίνε τα «μνημόνια» και η «πολιτική λιτότητας» και όχι το κεφάλαιο, παραπέμπει παραπλανητικά στη σκέψη ότι μπορεί να υπάρξει καπιταλισμός χωρίς λιτότητα, χωρίς μνημόνια και ανισότητα, φτάνει να ανακυκλώνεται το υπαλληλικό προς το κεφάλαιο πολιτικό προσωπικό στη δοτή διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο απενοχοποιούνται η οικονομική εξουσία, η μεγάλη ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής και το κεφάλαιο και μετακινούνται σε παρένθετους θεσμούς, όπως τα πολιτικά κόμματα, σε αχυράνθρωπους επαγγελματίες πολιτικούς που τα στελεχώνουν, ακόμα και στα ίδια τα θύματά τους.
Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι να χάνουν οι πολίτες τον έλεγχο πάνω στην πραγματικότητα και να γίνονται πολιτικά ενεργούμενα που εύκολα και απολίτικα μετακινούνται από το ένα παλιό και χρεοκοπημένο αστικό κόμμα στο άλλο, στο νέο «προοδευτικό», «σοσιαλδημοκρατικό», «σοσιαλιστικό», ακόμα και «κομμουνιστικό» κόμμα, ακολουθώντας τον Α ή Β κατασκευασμένο αρχηγό μέχρι να κατανοήσουν ότι η ζωή τους πάει από το κακό στο χειρότερο και ν’ αρχίσουν να σκέπτονται την επεξεργασία συλλογικών λύσεων για τη ζωή τους και τον τόπο τους. Σ’ αυτή τη διαδικασία οφείλουν τα μορφωτικά πιο προχωρημένα τμήματα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού να παρέμβουν με κάθε πρόσφορο και εναλλακτικό τρόπο στην, μέσα από διαδικασία ατομικής και συλλογικής αυτομόρφωσης, αποκάλυψη της σε βάρος τους σκευωρίας και στην ανάδειξη του ρόλου της αυτοπεποίθησης της ίδιας της κοινωνίας στην εφικτότητα της αυτοδιεύθυνσής της.
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία, γίνεται φανερό ότι τα αδιέξοδα του καπιταλισμού απειλούν την ανθρωπότητα συνολικά, γιατί οι ‘ευλογημένοι’ της εξουσίας γίνονται όλο και λιγότεροι, όλο και κυνικότεροι, όλο και πιο επικίνδυνοι για την ανθρωπότητα συνολικά. Με την αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η ατομική ιδιοκτησία, ως μεγάλη απάτη των εκάστοτε εξουσιών, αλλά και ως μεγάλη πλάνη των εξουσιαζόμενων όλων των εποχών, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη βασική αιτία όλων των δεινών της ανθρωπότητας, θα διευκολυνθεί η διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης που προοδευτικά θα καταστήσει τις επιμέρους κοινωνίες ικανές να συγκροτηθούν τοπικά, περιφερειακά, εθνικά και οικουμενικά σε αντικαπιταλιστική-ουμανιστική δύναμη αλλαγής. Μια δύναμη που θα διαμορφώσει τους όρους και τις συνθήκες για μια ευρείας έκτασης και μεγάλου κοινωνικού βάθους καθολική ειρηνική εξέγερση, που θα μεταμορφώσει τις ίδιες τις κοινωνίες σε υποκείμενο της ιστορίας, σε άμεσους νομοθέτες που θα καταργήσουν όλους τους άδικους και απάνθρωπους θεσμούς, με πρώτον και κύριο αυτόν της ατομικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, για να γίνει μπορετή η κατάργηση όλων των κοινωνικών διακρίσεων και των ανισοτήτων, προϋπόθεση ικανή και αναγκαία για την επανένωση των κοινωνιών, των λαών, των εθνών και της ανθρωπότητας στη βάση της Άμεσης Δημοκρατίας σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο.
*
Αυτοί οι προβληματισμοί με οδήγησαν πέρα από τις παραδοσιακές, θεωρητικές, ιδεολογικές περί ιδιοκτησίας προσεγγίσεις, σε μια ανθρωποκεντρική κοσμοαντίληψη βασισμένη στον οικονομικό ορθολογισμό, στον πολιτικό πραγματισμό και στην υλιστική-φυσική κατανόηση των αέναων κινητήριων δυνάμεων της ανθρώπινης ιστορίας προς την κοινωνική ισότητα και τον ανθρωπισμό που πήραν τη μορφή του τελευταίου δοκιμίου μου με τίτλο ‘Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα βίας, εξουσίας, ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας’, των εκδόσεων ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015.
Έχω πλήρη επίγνωση ότι οι συγγραφικές επιλογές μου ενοχλούν τα σκοταδιστικά και τα εξουσιαστικά ιερατεία, την παραδοσιακή αστική και την τάχα ‘αριστερή επαναστατική’ δογματική ή/και αναθεωρητική ιντελιγκέντσια, καθώς και τους ακαδημαϊκούς πνευματικούς ευνούχους που βολεύονται στους προθαλάμους κάποιας εξουσίας έναντι κάποιας ‘έδρας’, βουλευτικής/υπουργικής θέσης και τριάντα αργυρίων. Γνωρίζω επίσης ότι μεγάλη μερίδα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού φοβούνται να αναζητήσουν τα αίτια για την πνευματική και την οικονομικοκοινωνική μιζέρια τους, καταναλώνοντας σκοταδιστικούς μύθους, τοξικές κομματικές ιδεολογίες και αποβλακωτικά θεάματα σε πολύ μεγάλες δόσεις και σε βαθμό που να μην υποψιάζονται τις ευθύνες τους για όσα συντελούνται γύρω τους και σε βάρος τους, αλλά ούτε και τις δυνατότητές τους, πως «αν ξυπνήσουν μονομιάς, θα ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς».
Παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να κάνω εκείνο που θεωρώ χρέος μου για να είμαι χρήσιμος στην υπόθεση της κοινωνικής ισότητας, ακόμα κι αν πρέπει να είμαι ενοχλητικός και δυσάρεστος σε «ξύπνιους» και «κοιμώμενους», αδιαφορώντας για τη «γνώμη» όσων στερούνται της κρίσιμης ποσότητας και ποιότητας επιστημονικά έγκυρης και κοινωνικά χρήσιμης γνώσης, αλλά και για τις προθέσεις και τις πράξεις όσων τρέμουν την αλήθεια και φοβούνται πως με τη γνώση άλλοι, οι λίγοι, θα χάσουν τα ποίμνιά τους και τον γήινο παράδεισό τους και άλλοι, οι πολλοί, θα χάσουν τις ψευδαισθήσεις και τις αλυσίδες τους.
«Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία», αλλά για να είναι κανείς ελεύθερος πρέπει να το θέλει, να το τολμά και να αγωνίζεται γι’ αυτό με τις όποιες δυνάμεις και δυνατότητές του και με όποιο κόστος. Θέλει δύναμη να μπορείς να μην ανήκεις σε στρούγκες, στοές, λέσχες, κλαμπ, αδελφότητες και αδελφάτα, τάγματα και συντάγματα, μυστικές υπηρεσίες και σκοταδιστικά κονκλάβια. Θέλει κουράγιο και πείσμα να αρνηθείς να γίνεις μέλος μιας «παρέας κολλητών», ενός «κλειστού κύκλου», μιας «ιδεολογικοπολιτικής συμμορίας» ή μιας πολιτικής φράξιας, μιας θρησκευτικής-παραθρησκευτικής σέχτας και μιας «θύρας 13» με κάποιον ηγετίσκο του μισοσκόταδου με συνωμοτικό χαρακτήρα, ξεχωριστή πειθαρχία και ιδιοτελείς σκοπούς. Θέλει δύναμη, κόπο και πόνο να είσαι ο εαυτός σου και όχι δούλος θείων σκιάχτρων, οπαδός ψευδοσωτήρων και κομματικών ιδεολογιών, ή φερέφωνο κάποιου πολιτικού/πνευματικού «προαγωγού». Θέλει, θέλει, θέλει πολλά ακόμη, αλλά αξίζει τον κόπο να μπορείς να μιλάς και να γράφεις χωρίς υστεροβουλία και χωρίς να φοβάσαι κανέναν θρησκευτικό μουλά, κανέναν πνευματικό ευνούχο και κανέναν ‘αυθεντικό’, κρατικό ή μεταλλαγμένο εξουσιαστή, αλλά ούτε και τον όποιο περιφερόμενο φανατικό μοιρολάτρη και φονταμενταλιστή που μπορεί να σκοτώσει ή να σκοτωθεί για την «πίστη» και την «ιδεολογία», που επιδέξιοι πνευματικοί ευνούχοι και ευνουχιστές του φύτεψαν από τα γεννοφάσκια του στο κεφάλι για να τον ποδηγετούν μέχρι τα βαθιά γεράματα…
Για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ο αγώνας για τη ζωή και την κοινωνική ισότητα δεν σταμάτησε ποτέ και δεν θα σταματήσει από κανέναν μύθο, εξουσιαστή ή ηγεμόνα μέχρι την οριστική νίκη.


[1] Βλέπε Λάμπος Κώστας Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[2] Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.
[3] Για μια διεξοδική ανάλυση του θέματος βλέπε, Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.
[4] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο. Δοκίμιο για τη σχέση μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Περί ‘ιερής’ αγυρτείας και θρησκευτικού ψεύδους


Περί ‘ιερής’ αγυρτείας και θρησκευτικού ψεύδους[1]

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Όλη η θρησκευτική κατάσταση του σύγχρονου κόσμου οφείλεται
στη έλλειψη ενός τρελοκομείου στην Ιερουσαλήμ».
Thomas Paine[2]

Πίστη σημαίνει να αποδέχεσαι άνευ αποδείξεων τα λεγόμενα κάποιου,
που μιλά άνευ γνώσεων, για πράγματα άνευ προηγουμένου.
 Ambrose Gwinnett Bierce


«Πότε θα ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
                Πότε θα έρθουν καινούργιοι ανθρώποι,
                να συνοδεύσουνε τη βλακεία
                στην τελευταία της κατοικία;»
                                                                         Γεώργιος Σεφέρης



Από την άγνοια και την μεταφυσική ανησυχία στους θρησκευτικούς μύθους και στην θεοκρατική αγυρτεία

Όλες ανεξαίρετα οι θρησκείες αποτελούν δημιούργημα, αναγκαίο ιδεολογικό συμπλήρωμα και χρήσιμο εργαλείο των εκάστοτε εξουσιών με κεντρική ιδέα την μεταφυσική περί θεού αντίληψη. Ο χωροχρονικά προσδιοριζόμενος εκάστοτε ‘θεός’ στην πραγματικότητα αποτελεί το φετίχ, τον ύψιστο συμβολισμό της εκάστοτε εξουσίας, που λειτουργεί ως προστάτης των εξουσιών που τον δημιούργησαν και ως τιμωρός των ‘πιστών’ των ανταγωνιστών ‘θεών’, των ‘απίστων’ και των εκάστοτε ‘βλάσφημων’ εξουσιαζόμενων.

*
Για τον πρωτόγονο άνθρωπο, που αγνοεί ακόμα τις αιτίες των φυσικών φαινομένων, όπως λ.χ. την εναλλαγή της ημέρας με τη νύχτα ή τη διαδοχική σειρά των εποχών, αλλά και των καιρικών φαινομένων, ζέστη, κρύο, αστραπές, βροντές, βροχή, χαλάζι, χιόνι, πλημμύρες και πυρκαγιές, φαίνεται λογικό αυτά τα φαινόμενα να τα αποδίδει σε άγνωστες δυνάμεις που του προκαλούν δέος, του εξάπτουν τη φαντασία και, επειδή από αυτά τα φαινόμενα καθορίζεται ο ρυθμός της ζωής του, τον αναγκάζουν να δρα ανάλογα ώστε να αποφύγει ή να εκμεταλλευτεί τις συνέπειές τους. Η παράλληλη ανάπτυξη συλλογικών δραστηριοτήτων, γιορτών και συμβολικών τελετουργιών στον κύκλο του χρόνου, που διαφέρουν από τόπο σε τόπο, αποτελούν έκφραση των ζωτικών σχέσεων της κοινότητας-κοινωνίας με την τροφό Φύση, φαινόμενα κοινωνικότητας και πολιτισμού και συνεπώς δεν αφήνουν περιθώρια να χαρακτηριστούν απότοκα θρησκευτικότητας, πίστης και λατρείας μεταφυσικών δυνάμεων με συγκεκριμένες ιδιότητες και συγκεκριμένη χρησιμότητα.
Όλες οι ιδέες, και ιδιαίτερα οι αφηρημένες, όπως αυτές περί ‘θεού’, ‘αθάνατης ψυχής’ ‘μεταθανάτιας ζωής’, μετενσάρκωσης και νεκρανάστασης, εμφανίστηκαν πολύ αργότερα στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους και απέκτησαν μια κάποια υποβλητική ικανότητα μέσω του προφορικού και του γραπτού λόγου, αλλά αυτή είναι περιορισμένη, γιατί οι αφηρημένες ιδέες παρακάμπτουν τις αισθήσεις, συνεπώς και τη Λογική, και απευθύνονται άμεσα στο θυμικό, δηλαδή στο συναίσθημα και μάλιστα σ’ αυτό του φόβου και της ανασφάλειας που προκαλείται από την άγνοια, τη στέρηση, την εξουσία, την ανισότητα και την αδικία. Η θρησκευτικότητα, ως αφηρημένη, και πέραν της κοινής λογικής, ιδέα περί θεού, ψυχής και παραδείσου, έρχεται στον άνθρωπο απ’ έξω, από μάγους, ‘σοφούς’, ‘φιλόσοφους’ και ιερατεία, και γι’ αυτό δεν μπορεί ν’ αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στο ανθρώπινο μυαλό, πράγμα που δυσκόλευε και συνεχίζει να δυσκολεύει τη δουλειά των προσηλυτιστών και των ‘ιεραποστόλων’.
Ως αντίδοτο σ’ αυτήν τη δυσκολία, τα ιερατεία στράφηκαν στο πέρασμα των αφηρημένων ιδεών μέσω όλων των αισθήσεων και μέσω του εμπλουτισμού των θρησκευτικών μύθων και των παραμυθιών με κοινωνικά κατασταλαγμένες εμπειρίες, αρχές και αξίες, με λόγια και εικαστική απεικόνιση του ‘θεού’ ως αγαθού πατερούλη όλων, αλλά και με τον ατομικά, τοπικά και επαγγελματικά αποκλειστικό, πολιούχο και προστάτη ‘άγιο’, για να μη μείνει κανένας ‘απροστάτευτος’. Ατομικά, ομαδικά και ταξικά συμφέροντα κατασκεύασαν θρησκείες και συνεπώς τη λεγόμενη ‘θρησκευτική πίστη’, η οποία όμως είναι αντίθετη προς την ανθρώπινη φύση που ερευνά, αμφισβητεί και ψάχνει να βρει απαντήσεις στα προβλήματα της ζωής και λύσεις που οδηγούν σταθερά τον ανθρώπινο πολιτισμό προς την κοινωνική ισότητα και την καθολική ευημερία και ευτυχία. Γι’ αυτό έστησαν οι εφευρέτες και κατασκευαστές θρησκειών, θεών και πίστης πρόχειρα τον μύθο ‘κλέφτες κι αστυνόμοι’, ‘καλοί και κακοί’, με αντίστοιχη ονομασία ‘θεοί και δαίμονες’ γιατί, τι δουλειά θα έκανε ένας θεός, ένας άγιος ή ένας παπάς χωρίς τον ‘δαίμονα’, τον ‘σατανά’, τον ‘διάβολο’ ή τον αμαρτωλό; Άνοιξαν ‘μαγαζιά γωνία’, δηλαδή, τους επιβλητικούς και πανάκριβους ‘οίκους του θεού’, δίπλα σε ετοιμόρροπα και ακατάλληλα σχολεία, τους ναούς ‘του Χριστού[4]’, της ‘Παναγίας της Θεοτόκου’[5], της ‘Παναγίας’, της Δεξιάς, αλλά όχι της Αριστερής, ακόμα και της ‘Παναγίας η Αγία Σιών’[6] και φυσικά όλων των ‘Αγίων’ του εορτολογίου που ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε ασχήμια, αγυρτεία, ‘θαύματα’, σε πιστούς και σε εισπράξεις. Ονόμασαν μάλιστα αυτά τα μαγαζιά και εκκλησία, για να παραπέμπουν στις καλές μνήμες της ανθρωπότητας και της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, με την εμπορική ταμπέλα ‘εν εκκλησίαις ευλογείτε τον θεόν’, γιατί εκεί υπάρχει παγκάρι και σε αντίθεση με τον ίδιον τον δικό τους ισχυρισμό ότι ‘ο θεός υπάρχει παντού’. Έκτισαν μεγάλα και ψηλά καμπαναριά, έβαλαν και μεγάφωνα κι άρχισαν να διαλαλούν, συνήθως με κομπλεξικούς παπάδες και ιεροκήρυκες, την πραμάτεια τους, παραβιάζοντας, με ύφος εξουσίας, ξεδιάντροπα τους νόμους, ηχορυπαίνοντας και αδιαφορώντας για το δικαίωμα των περίοικων στην ησυχία. Μ’ ένα εντυπωσιακό εξωτερικό και εσωτερικό διάκοσμο, με προσεγμένες ‘χρυσοποίκιλτες’ εικόνες θεών και αγίων, με τεράστιους πολυελαίους, μανουάλια και θρόνους μπροστά από τα στασίδια των πιστών, φανταχτερό αμπαλάζ των ιδεών αποτυπωμένο στο μυστηριακό ενδυματολόγιο των διαχειριστών και ‘δούλων του θεού’, το οποίο γίνεται όλο και εντυπωσιακότερο όσο πιο ψηλά στέκεται στην ιεραρχία ο εκάστοτε ‘αξιωματούχος του θεού’. Όλα αυτά, ως αναγκαίο σκηνικό των ‘θείων λειτουργιών’ και των διάφορων μυστηριακών τελετουργιών, συμπληρώνονται με ύμνους, βυζαντινή θρησκευτική μουσική καλλίφωνων ψαλτάδων, με χορωδίες και αρμόνια, με κεριά, μεθυστικό λιβάνι με πολλές ενοχές και πολύ ‘Κύριε ελέησον’.
Επιπλέον, ‘εμπλουτίζονται’ και με τα γνωστά κηρύγματα αγράμματων και φανατισμένων καλόγερων που μισούν τη ζωή, τον έρωτα και την ελευθερία και μεθούν τους πιστούς με ψευδαισθήσεις γεμίζοντάς τους απαισιοδοξία, αυτοάρνηση και υποτακτικότητα στα σύμβολα της εξουσίας του ‘Κυρίου’ και στους κατά κόσμο εκπροσώπους του. Αν και το μονοπώλιο θρησκευτικότητας, θεών και αγίων δεν απειλείται τόσο από ανταγωνιστές, τα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία αναγνωρίζουν ως αντίπαλους και εχθρούς τη Λογική, την επιστημονικά έγκυρη και κοινωνικά χρήσιμη γνώση και την κριτική σκέψη των ανθρώπων και γι’ αυτό προσφεύγουν στη χρήση των μεθόδων του μάρκετινγκ για την ‘προώθηση των προϊόντων’, των δυσνόητων και τρομακτικών μύθων τους, μέσω της διαφήμισης, αλλά και της μαύρης προπαγάνδας με μπόλικο φόβο του θανάτου, με τη δυσμένεια της εξουσίας και τη ‘θεία τιμωρία’ της κόλασης.
Στήνουν συσσίτια για φτωχούς και άστεγους, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να μην υπάρχουν φτωχοί και άστεγοι, γιατί αν δεν υπάρχουν φτωχοί και άστεγοι τότε ποιόν θα παρηγορήσουν, σε ποιόν θα κάνουν ελεημοσύνη, οπότε το ενδιαφέρον της Εκκλησίας είναι να υπάρχουν πολλοί κατατρεγμένοι που θα είναι αναγκασμένοι να δέχονται τη βοήθειά της, έργο για το οποίο τα ιερατεία εισπράττουν πολλαπλάσια έσοδα από το υστέρημα των φτωχών που ταΐζουν τα παγκάρια, από κρατικές και ιδιωτικές επιχορηγήσεις και δωρεές με σκοπό να αποταμιεύουν εκατομμύρια ‘για τα γεράματά’ τους[7].
Οργανώνουν 'ιερά' προσκηνύματα, κατηχητικά, πιέζουν για περισσότερες ώρες θρησκευτικών στα σχολεία, οργανώνουν κατασκηνώσεις για τη νεολαία, με σκοπό να την ‘οδηγήσουν στον δρόμο του θεού’, δηλαδή της υποταγής, διαπράττοντας ταυτόχρονα σωρεία σκανδάλων καταχρήσεων και παιδεραστίας για τα οποία συνήθως αθωώνονται. Καλλιεργούν τη μοναστηριομανία και ασκούν τον λεγόμενο ‘θρησκευτικό τουρισμό’, με ένα σύμπλεγμα αντίστοιχων επιχειρήσεων, για την τρίτη ηλικία, με σκοπό να γεμίζουν τις εκκλησίες και φυσικά τα παγκάρια τους. Παράλληλα, ιδρύουν εκδοτικούς οίκους και βιβλιοπωλεία, διακινούν δωρεάν εκατοντάδες χιλιάδες τόμους θρησκευτικών βιβλίων, γραφών και ‘βίους αγίων’, εκδίδουν εφημερίδες και περιοδικά, παράγουν υποβλητικές ταινίες πίστης με φανταστικές ιστορίες για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, λειτουργούν ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και προσπαθούν να νικήσουν τη θρησκευτική παθητικότητα, να εκτοπίσουν την αμφιβολία και την απροθυμία του κόσμου για ενεργό θρησκευτική στράτευση. Γι’ αυτό δεν δίστασαν να υιοθετήσουν μεθόδους μαγείας και μόδας φετιχοποιώντας[8], με τη φροϋδική έννοια, ευτελή ανθρώπινα δημιουργήματα, όπως φυλαχτά, κομποσκοίνια, βραχιόλια, δακτυλίδια, σκουλαρίκια, μπλε χάντρες και πολλά άλλα, που τα παρουσίασαν ως σύμβολα της θρησκευτικής πίστης τα οποία τάχα προσθέτουν γοητεία, σεξαπίλ, φέρνουν γούρι και προστατεύουν από το ‘κακό μάτι’, τα κακά πνεύματα, την κακιά στιγμή και το κακό συναπάντημα. Μάλιστα κάποιες και κάποιοι ανεγκέφαλοι[9], υποτίθεται πιο αφοσιωμένοι από τους άλλους, αυτοστιγματίζονται, όπως οι πρωτόγονοι, με τη μέθοδο της δερμοστιξίας (τατουάζ), σκαλίζοντας με ανεξίτηλο χρώμα στο δέρμα τους διάφορα θρησκευτικά και ακαταλαβίστικα σύμβολα λατρείας και αφοσίωσης, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται[10].
Το χαρακτηριστικότερο, όμως, θρησκευτικό φετίχ είναι το σταυρουδάκι των λεγόμενων ‘χριστιανών’, που μας το φόρτωσαν με το λεγόμενο ‘μυστήριο της βάπτισης’. Αν εξαιρέσουμε τα νήπια και τα παιδιά που δεν το επέλεξαν μόνα τους, το σταυρουδάκι εκθέτει τους φορείς του, που το κρεμάνε επιδεικτικά στο στήθος για να εντυπωσιάσουν και να δείξουν ότι ανήκουν στο ‘κοπάδι του ποιμένα Χριστού’, ως αφελείς, αγράμματους, μοιρολάτρες, προληπτικούς, δουλικούς και θρησκόληπτους, χωρίς ωστόσο να διερωτηθούν ποτέ τι συμβολίζει το να φοράς εθελοντικά μια αλυσίδα στον λαιμό, σκέτη ή με ένα αντικείμενο που συμβολίζει φανατισμό, μίσος, βασανισμό και θάνατο. Υπάρχει αναμφισβήτητα και μια κατηγορία ανθρώπων που, φορώντας από υστεροβουλία επιδεικτικά σύμβολα από όσες ‘κοινωνικές ταυτότητες’ τους προσφέρονται, όπως θρησκευτικές, ιδεολογικές, κομματικές, ποδοσφαιρικές, προσπαθούν να ξεπεράσουν τον φόβο τους απέναντι στη διαπλεκόμενη πολιτικοθρησκευτική εξουσία, η οποία προσφέρει κατά προτίμηση σε ‘στρατευμένους οπαδούς’ και σε ‘δικά μας παιδιά’, ευκαιρίες, και επειδή εκτιμούν ότι τους ανοίγουν δρόμους στην επαγγελματική τους επιτυχία. Βέβαια, αντίστοιχα σύμβολα-φετίχ χρησιμοποιούν, για τους ίδιους λόγους, και οι πιστοί όλων των θρησκευτικών δογμάτων. Κι όλα αυτά γίνονται γιατί οι θρησκειοκατασκευαστές και θεοδημιουργοί εξουσιαστές γνωρίζουν ότι, αν άφηναν τον άνθρωπο ελεύθερο, ανεπηρέαστο και ώριμο να επιλέξει, τότε δεν θα επέλεγε τυφλή πίστη σε παραλογισμούς και ψευδαισθήσεις, αλλά θα επέλεγε την αληθινή γνώση πραγμάτων και καταστάσεων, που θα του επέτρεπαν να ελέγχει τη ζωή του στο πλαίσιο της αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας του, για να μην είναι δούλος κανενός αφέντη-θεού και εργοδότη-εκμεταλλευτή.
Για να πετύχουν όλα αυτά οι θρησκείες χρειάστηκε, και συνεχίζει να χρειάζεται όλο και περισσότερο, η καθιέρωση μιας ‘στρατηγικής ιερού μάρκετινγκ’, και συνεπώς η υποστήριξη μιας ολόκληρης στρατιάς ειδικών, όπως λ.χ. ψυχολόγων, τεχνιτών, καλλιτεχνών, λογοτεχνών, αγιογράφων και πολλών άλλων, που θα φυτεύουν με σύμβολα και συμβολισμούς πίστη σε τρυφερούς, αδιαμόρφωτους και ανίκανους να υπερασπιστούν την ακεραιότητά τους εγκεφάλους. Οτιδήποτε συμβολίζει εικαστικά ανύπαρκτα δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας στα οποία προσδίδονται ‘θεϊκές’ ιδιότητες και χρησιμοποιούνται για λατρευτικούς σκοπούς, αποτελεί απεικόνιση φετιχοποιημένης κοσμικής εξουσίας και αποσκοπεί στη διευκόλυνση της παραπλάνησης ανυπεράσπιστων, απελπισμένων, απληροφόρητων και απαίδευτων ανθρώπων. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο ιουδαιοχριστιανισμός κατηγόρησε αρχικά τα σύμβολα της αρχαιοελληνικής θρησκείας ως παραπλανητικά σύμβολα ειδωλολατρίας και αφού οργάνωσε βασανιστήρια ανθρώπων και γενοκτονίες λαών, προχώρησε στην καταστροφή όσων πρόλαβε, χτίζοντας πάνω στους ‘ναούς των ειδωλολατρών’ τα δικά του είδωλα, κακότεχνα σύμβολα του σκοταδισμού και της εξουσίας.

Η μορφή και οι όψιμοι ‘φωτογράφοι’ του υποτιθέμενου Ιησού Χριστού

Η ιουδαιοχριστιανική παράδοση, ταυτισμένη με την ασχήμια και το σκοτάδι, μισεί την ωραιότητα και το κάλλος, σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική και ήταν κατηγορηματικά αντίθετη με την υλική απεικόνιση ή την αναπαράσταση του ‘θεού’ και του ‘Χριστού’. Όταν, όμως, ο ιουδαιοχριστιανισμός έγινε, από κίνημα διαμαρτυρίας, δύναμη εξουσίας και επίσημη θρησκεία του μετασχηματιζόμενου δουλοκτητικού σε φεουδαρχικό κράτος και προσχώρησαν σ’ αυτό βίαια ή από υστεροβουλία και συμφέρον οπαδοί άλλων δοξασιών, όπως οι λεγόμενοι ‘εθνικοί’, χρειάστηκε ο αφηρημένος Ιησούς Χριστός να πάρει μορφή, ν’ αποκτήσει πρόσωπο με χαρακτηριστικά. Το θέμα αυτό προκάλεσε αντιδράσεις, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη της απεικόνισης του Ιησού, και τότε άρχισαν οι φανταστικές περιγραφές του από μεταγενέστερους, δεδομένου ότι δεν υπήρχε, αφού δεν μπορούσε να υπάρχει, αυθεντική αποτύπωση των χαρακτηριστικών προσώπου που ιστορικά δεν υπήρξε:
«Ο Ιουστίνος μας πληροφορεί πως ήταν άσχημος, χωρίς παρουσιαστικό και χάρη.
Ο Κέλσος γράφει πως το σώμα του ήταν ελαττωματικό ‘μικρόν και δυσειδές και αγενές’.
Τα ίδια έγραψαν ο Τερτυλλιανός, ο Κυπριανός και ο Ιππόλυτος, ενώ ο Κύριλλος Αλεξανδρείας[11] τόνιζε πως ‘ο Ιησούς ήταν ο ασχημότερος άνθρωπος του κόσμου’»[12].
Για να τεκμηριώσουν μάλιστα τους ισχυρισμούς τους, επικαλούνταν την ‘Προφητεία του Ησαΐα’ (53.2-5), σύμφωνα με την οποία ο υποτιθέμενος μεσσίας «ουκ είχεν είδος, ουδέ κάλλος και είδομεν αυτόν και ουκ είχεν ωραιότητα»[13].
Άρχισε, λοιπόν, σε όλο τον τότε χριστιανικό κόσμο η απεικόνιση του Χριστού με αποτέλεσμα ο Χριστός να εμφανίζεται με χίλια διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα. Άλλα έμοιαζαν με την υποτιθέμενη μορφή του Ορφέα, άλλα με το Δία, άλλα με κάποιο Ρωμαίο ή Βυζαντινό αυτοκράτορα και άλλα απεικόνιζαν το Χριστό ως τσομπάνη με ένα αρνί στον ώμο, πράγμα που δημιουργούσε σύγχυση[14]. Ο Ιωάννης της Αποκάλυψης, μάλιστα, με τους περίεργους, τους αυθαίρετους και ακαταλαβίστικους συμβολισμούς του, τον περιέγραφε ως «Αρνίον ἱστάμενον ὡς ἐσφαγμένον, ἔχον κέρατα ἑπτὰ καὶ ὀφθαλμοὺς ἑπτά τα οποία είναι τα επτά πνεύματα του Θεού που αποστέλλονται σε όλη τη γη» (Ιωάννου Αποκάλυψη, 5.6)[15]. Ακόμα και εικόνες του Χριστού χωρίς γένια και με κοντά σγουρά μαλλιά έχουν βρεθεί[16]. Αυτή η σύγχυση, ενός Χριστού με πολλά πρόσωπα, παράπεμπε σε μεταμφιεζόμενο απατεώνα, και αυτό γέννησε την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας ορισμένος τύπος της μορφής του Ναζωραίου που θα τον έχουν ως ‘μοντέλο’ οι ζωγράφοι. Την οριστική μορφή του υποτιθέμενου Ιησού Χριστού την έδωσε αυθαίρετα και σύμφωνα με τη δική του αντίληψη και αισθητική, κατά τα μέσα του 8ου αιώνα, ο λεγόμενος άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός[17] με την παρακάτω περιγραφή: «Του χάριν χαρακτηριζόμενος, καθώς οι αρχαίοι ιστορικοί διαγράφουσιν αυτού την εκτύπωσιν, σύνοφρυν, ενόφθαλμον, επίρρινον, ουλότριχα, επίκυφον, εύχρουν, γενειάδα μέλανον έχοντα, σιτόχρουν τω είδει κατά την μητρώαν εμφάνειαν, μακρυδάκτυλον, εύφωνον, ηδύλογον, πραότατον, ήσυχον, μακρόθυμον, ανεξίκακον και τα παραπλήσια της αρετής πλεονεκτήματα περιφέροντα»[18]. Φυσικά, τέτοιες πηγές αρχαίων ιστορικών δεν υπάρχουν και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν ιστορικές πηγές “περί εύφωνου και ηδύλογου Ιησού”, όταν δεν υπάρχουν ιστορικές πηγές και αξιόπιστες μαρτυρίες ακόμα και για την ίδια την ύπαρξή του. Όμως όλοι αυτοί οι απίθανοι και εξωφρενικοί ισχυρισμοί αποδείχνουν ότι οι θρησκείες, και επί του προκειμένου ο ιουδαιοχριστιανισμός, χρησιμοποιούν το ψέμα ως μέσον που αγιάζει τον σκοπό, για τον εντυπωσιασμό και την παραπλάνηση, με στόχο την εκμετάλλευση αφελών αλλά καλοπροαίρετων ανθρώπων.
Έναν αιώνα μετά την έγκριση αυτής της επινοημένης προσωπογραφίας του Ιησού, η εικονολατρία των χριστιανών ξεπέρασε σε ευτέλεια και ιδιοτέλεια την ειδωλολατρία των Εθνικών, την οποία κατάγγειλε και δίωξε ανελέητα ο χριστιανισμός των πρώτων αιώνων. Η οργανωμένη και ευρεία εμπορευματοποίηση των εικόνων και των άλλων ειδώλων-αντικειμένων λατρείας, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου, με κατάληξη τη σκληρή δογματική θρησκευτική, αλλά στην ουσία οικονομικοπολιτική, σύγκρουση μεταξύ εικονολατρών και εικονομάχων-εικονοκλαστών που ξέσπασε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τον 8ο και 9ο αιώνα, η οποία έκλεισε οριστικά υπέρ της εικονολατρίας.
Η υποβλητική δύναμη της εικόνας, ψεύτικης βέβαια, αλλά της μοναδικής υποτιθέμενης απόδειξης ύπαρξης των απεικονιζόμενων, ενισχύει το δέσιμο των πιστών με την Εκκλησία και δυναμώνει τις εισπράξεις του παγκαριού, αλλά και το εμπόριο των εικόνων και των άλλων εργαλείων και συμβόλων του χριστιανισμού, πράγμα που φέρνει πολύ χρήμα στο παγκάρι και σ’ εκείνους που οργανώνουν αυτό το εμπόριο, που δεν είναι άλλοι από τους μικρούς και μεγάλους, φανερούς και αφανείς διαχειριστές των ναών και των εργαστηρίων παραγωγής εκκλησιαστικών ειδών και χριστιανικών ειδώλων. Το εμπόριο της ψευδαίσθησης και της φρούδας ελπίδας, των παπικών εισιτηρίων για τον παράδεισο και στη συνέχεια και των εικόνων οδήγησαν τη θρησκεία και τον θεσμό που την εκφράζει, την Εκκλησία, σε θανάσιμη για την κοινωνία διαπλοκή με τον καπιταλισμό και το επίσημο κράτος. Γέμισαν τα σχολεία, τα δικαστήρια, οι δημόσιες υπηρεσίες, ακόμα και το κοινοβούλιο με εικόνες του Χριστού και, στα χρόνια της μοναρχίας, πάντα δίπλα στον βασιλιά, για να υπενθυμίζεται η στενή σχέση των δύο εξουσιών. Η ιδιωτική και η κοινωνική ζωή έχει γίνει οριοθετημένα, όπως οι ζωτικοί χώροι των λιονταριών και των άλλων σαρκοβόρων θηρίων της ζούγκλας, μερίδια αγοράς ‘θείων μυστηρίων’ για το μικρό και μεσαίο παπαδαριό. Μεγαλοπαπάδες ορκίζουν βουλευτές και κυβερνήσεις στο όνομα του θεού και της ‘Αγίας Τριάδας’ και όχι του Λαού που τους εξέλεξε και μαζί, Εκκλησία και εξουσία, περιφέρουν ‘θαυματουργές εικόνες’ και ‘λείψανα αγίων’[19], για να ξαναπροσκυνήσουν και να ξανακαταθέσουν από το υστέρημά τους οι πιστοί, οι ‘δούλοι του θεού’ και της εξουσίας. Και για να μην τους ξεχάσει ο πορτιέρης του παραδείσου, όταν έρθει η ώρα τους, οι πιστοί κάνουν επώνυμες δωρεές στις εκκλησίες, αγοράζουν ‘εικόνες αγίων’ και προπάντων την εικόνα του Χριστού για το εικονοστάσι, πληρώνουν τους παπάδες στα νεκροταφεία για δεήσεις και καταθέτουν τα ‘ψυχοσάββατα’ στον παπά της ενορίας τους σημειώματα με τα ονόματα των προσφιλών προσώπων τους για να τα διαβάσει και να μεσολαβήσει στον ‘Κύριο’ για την ανάπαυση των ψυχών τους. Μερικές γιαγιάδες μάλιστα γράφουν και τα ονόματα των εγγονιών τους για να τα διαβάσει ο παπάς και να τα ακούσει ο ‘θεός’, ή έστω ο γιός του, για να τα βοηθήσει να περάσουν τις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, πράγμα που τονώνει την πίστη τους αν περάσουν τα παιδιά τις εξετάσεις, ή τις απογοητεύει γιατί ο θεός βοήθησε το γειτονόπουλο και όχι το δικό της εγγόνι, με συνέπεια κάποιες να κατεβάζουν την εικόνα του Χριστού από το εικονοστάσι. Κι ας είμαστε στον 21ο αιώνα!
Πάνω σ’ αυτήν την κατασκευασμένη, ψεύτικη και πανούργα ‘παράδοση’ συνεχίζουν και σήμερα τα ιερατεία να απεικονίζουν «τον Θεάνθρωπο και Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν και Λόγον του Θεού, τον ωραίον κάλλει παρά πάντας ανθρώπους»[20], αξιοποιώντας καταχρηστικά και στο έπακρο τις εικαστικές τέχνες και κύρια τη ζωγραφική διαμορφώνοντας την τέχνη της ‘αγιογραφίας’, για τους δικούς τους σκοπούς, μερικοί από τους οποίους, όπως τους περιγράφουν ειδικοί, είναι:
Για την πίστη στον Χριστό και την υποταγή στην εξουσία του, είναι απαραίτητος ένας ωραίος, ζωγραφιστός, ‘ομορφότερος από όλους τους ανθρώπους’ Ιησούς Χριστός, γιατί είναι γνωστό πως όλοι οι άνθρωποι αγαπούν, θαυμάζουν και υποκλίνονται στην ωραιότητα, στην αρμονία και στο κάλλος.
Για τον διάκοσμο των ναών κατά πως υπαγορεύουν λειτουργικοί και δογματικοί λόγοι και επιβάλλουν οι κανόνες της υποβολής και επιβλητικότητας.
Για την υποβολή με την εικόνα που δεν ‘βοηθά’ απλώς τη μνήμη να αναπλάθει παλαιά γεγονότα ή πρόσωπα, αλλά δημιουργεί μια αίσθηση παρουσίας. Φέρνει τον πιστό σε προσωπική σχέση και επαφή με την υπόσταση του εικονιζόμενου Ιησού ή κάποιου αγίου και συνεπώς η εικόνα δεν είναι απλό έργο τέχνης ή θρησκευτικός πίνακας, αλλά ένα ιερό λειτουργικό σκεύος.
Γιατί ο σκοπός της αγιογραφίας είναι, διά μέσου του συμβολισμού, διδακτικός και γι’ αυτό πολύ πετυχημένα ονομάσθηκε ‘η Αγία Γραφή για τους απλούς και τους αγράμματους’ και μία οπτική θεολογία για τους θεωρούς και τους ειδήμονες.
Οι ‘θείες εικόνες ομιλούν’ εντός των καρδιών των ανθρώπων και κάθε ψυχή η οποία θα ατενίσει στις ‘θείες’ αυτές μορφές και παραστάσεις επιτυγχάνει την επικοινωνία μετά ‘του Θεού και των αγίων του’.
Γι’ αυτό η εικόνα πρέπει να έχει ένταση, κίνηση εντυπωσιακή και πλούσια χρωματολογία. Τα πρόσωπα και τα ενδύματα πρέπει να είναι πλατιά φωτισμένα, γιατί η αγιογραφία επιδιώκει πλέον να συγκινήσει, να αγγίξει το συναίσθημα.
Για να προβάλλεται, κύρια με τα βυζαντινά εικονογραφικά θέματα και διά της υποβολής να επιβάλλεται, μια ιεραρχική τάξη πραγμάτων με την ανάλογη διαβάθμιση στην τεχνοτροπία και στην τοποθέτηση των εικόνων στην εκκλησία, οπότε οι ιεραρχικά ανώτεροι εικονιζόμενοι (όπως λ.χ. ο θεός, ο Ιησούς, η ‘βασιλομήτωρ’ Παναγία, οι αρχάγγελοι, τα εξαπτέρυγα, οι Ευαγγελιστές, οι Απόστολοι και οι μεγαλοάγιοι, μια ιεραρχική διάταξη που θυμίζει έντονα ρωμαϊκή στρατιωτική ιεραρχία αξιωματούχων), έχουν τα ενδύματα, τη στάση και την έκφραση των πατέρων, των ηγετών και των ρητόρων και τοποθετούνται σε περίοπτες θέσεις. Σε αντίθεση με τους εικονιζόμενους που βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία της Εκκλησίας, (όπως λ.χ. οι φτωχοάγιοι, οι όσιοι, οι οσιομάρτυρες, οι απλοί μάρτυρες κ.λπ.), που εμφανίζονται με λιτότερη ενδυμασία, σε λιγότερο έντονους χρωματισμούς και σε θέσεις λιγότερο ορατές, μέχρι την περίπτωση «του μοναχού με το ξηρό, λόγω της αυστηρής νηστείας, πρόσωπό του και τους αμυγδαλοειδείς οφθαλμούς»[21], που γεμίζουν τα κενά που αφήνουν οι ‘αξιωματούχοι’ της θρησκείας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ταξική κοινωνία με την ιεραρχική εξουσία.
Η λεγόμενη αγιογραφία καταλήγει να είναι διαφημιστική τεχνική για εμπορικούς σκοπούς και όχι τέχνη, και σε κάθε περίπτωση όχι ‘ιερή τέχνη’, αφού δημιουργεί σκόπιμα έναν εικονικό κόσμο που δεν υπάρχει παρά για την εξαπάτηση καλοπροαίρετων ανθρώπων από κακοπροαίρετα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία. Γι’ αυτό και σπάνια συναντάνε οι ‘πιστοί’ εικόνες κακής αισθητικής, όμοιες με, ή ακόμα ασχημότερης από, τη δική τους εμφάνιση, όπως κατ’ εξαίρεση συμβαίνει λ. χ. με την εικόνα του Άγιου Χριστόφορου του επονομαζόμενου και κυνοκέφαλου ή ‘σκυλομούρη’, γιατί συχνά παρουσιάζεται με κεφάλι σκύλου[22].

Η θρησκευτική πανούκλα και το ‘ιερό εμπόριο’ ψευδαισθήσεων

Πέραν των ζωγράφων, τα εκκλησιαστικά ιερατεία χρησιμοποιούν τις ιδέες και την εργασία ενδυματολόγων, γλυπτών, επιστημόνων, επαγγελματιών και κάθε λογής επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες είναι φανερά εκκλησιαστικές και πολλές ανήκουν σε παράγοντες του ιερατείου τις οποίες βέβαια διαχειρίζονται έμπιστοι αχυράνθρωποί τους. Το τελικό αποτέλεσμα της χρησιμοποίησης όλων αυτών των μεθόδων απεικόνισης κάνει «αυτή την (πεφωτισμένη!) θρησκεία να διαφέρει σε λίγα πράγματα από τον (μετριοπαθή) παγανισμό»[23]. Όλοι μαζί οι επαγγελματίες που ζουν από τη συνεργασία τους με την Εκκλησία αποτελούν ένα ολόκληρο οικονομικό κλάδο παραγωγής εκκλησιαστικών ειδών, και μέσων παραγωγής και καλλιέργειας θρησκευτικότητας και πίστης, αλλά ταυτόχρονα, αποτελούν και μια κοινωνική τάξη και πρώτιστα μια σημαντική συντηρητική πολιτική δύναμη που, ως ‘Δεξιά του Κυρίου’, επηρεάζει την πορεία της κοινωνίας και της ανθρωπότητας.
Το συμπέρασμα είναι πως, η από το επαγγελματικό ιερατείο καλλιεργηθείσα τεχνητή θρησκευτικότητα και η υστερόβουλη θρησκειοποίηση της απόλυτα σεβαστής αυθόρμητης και αυθεντικής υπαρξιακής αγωνίας και αναζήτησης, ακόμα και της όποιας ανυστερόβουλης προσωπικής πίστης, στηρίζεται σε κάποια προπατορική ενοχή και στον εξουσιαστικό Φόβο κάποιας τιμωρίας και κόλασης. Είναι ο εξουσιαστικός Φόβος που αναστέλλει ή καταστέλλει την αναζήτηση αυθεντικής γνώσης, την καλλιέργεια κριτικής σκέψης και την ανάπτυξη δημιουργικής δράσης και αμοιβαίας συνεργασίας των ανθρώπων. Αυτή η αναστολή της αυθεντικής προσωπικής αναζήτησης και η αντικατάστασή της από δοσμένα και αναλλοίωτα θρησκευτικά δόγματα προκαλεί ψευδαισθήσεις, νόθες συνειδήσεις και υποταγή σε σκοταδιστικούς και ιδεολογικούς αλλοτριωτικούς μηχανισμούς, που σε τελική ανάλυση νοθεύουν την ανθρώπινη φύση, οπαδοποιούν τους πιστούς, δένοντάς τους με κάποιο φετίχ και τελικά οδηγούν την κοινωνία και την ανθρωπότητα στην ολισθηρή πορεία της καπιταλιστικής βαρβαρότητας[24].
Το αποτέλεσμα αυτής της διαστροφικής διαδικασίας, που επιβάλλουν με χίλιους δυο τρόπους οι εξουσίες, είναι η αυτοκαταστροφική μανία, ο φανατισμός και το μίσος καταστροφής του ‘άπιστου’, του ‘εχθρού’, του ‘ξένου’, που σημαίνει ότι οι όποιες θρησκευτικές ανοησίες φανατίζουν και επενεργούν στον φορέα τους όπως ακριβώς το αλκοόλ και οι παραισθησιογόνες ουσίες, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός πως οι περισσότεροι πιστοί, οι αλλοτριωμένοι οπαδοί κρύβουν τη δυστυχία τους κάτω από μια επίπλαστη ικανοποίηση γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που τους έκαναν να πιστέψουν ότι θα είναι μετά τον θάνατό τους. Ο Βίλχελμ Ράιχ όρισε αυτήν τη μυστικιστική, νοθευμένη, υποταγμένη και μίζερη ζωή, «που δεν στηρίζεται πάνω στη γνώση, στην εργασία και στον έρωτα, όντας έτσι παράλογη, ανήκει στο πεδίο της συναισθηματικής πανούκλας […] οι φασιστικοί φορείς της οποίας […] έβαλαν μέσα στον κόσμο παράλογες, παραπλανητικές, ρατσιστικές θεωρίες, διαίρεσαν την ανθρωπότητα σε βιολογικά διαιωνισμένες φυλές υπανθρώπων και υπερανθρώπων»[25].
Όσο, όμως, κι αν η κύρια ευθύνη για την ενδοτικότητα και τη δουλικότητα των θυμάτων του σκοταδισμού, βαραίνει τους θύτες και το σύστημα της ταξικής εξουσίας τους, αυτό δεν απαλλάσσει από τη δική τους ευθύνη όσους εκχώρησαν αδιαμαρτύρητα τη ζωή τους στους θύτες τους, χωρίς να λαχταρήσουν, να οραματιστούν και ν’ αγωνιστούν για μια αυθεντική, αυτεξούσια, αξιοπρεπή και πραγματική ζωή και ευτυχία.
Η ζωή, όμως, για να είναι άξια να την ζει κανείς πρέπει να είναι αυθεντική, που σημαίνει με τα πάνω και τα κάτω της, με τις δυσκολίες και τις ανέσεις της, με τις ευτυχισμένες και τις δυστυχισμένες στιγμές της, αλλά με ανοιχτούς τους ορίζοντές της για αγώνα να την κάνουμε καλύτερη με την ατομική και την συλλογική μας προσπάθεια. Αν και είναι αυτονόητο, ας ξανασκεφτούμε ότι αυθεντική ζωή και θρησκεία δεν μπορούν να συνυπάρξουν, γιατί η θρησκεία και η οργανωμένη πίστη, ως ‘εξουσιαστική πανούκλα’, ψευτίζουν τη ζωή και λατρεύουν τον θάνατο, που τάχα θα πάει τους ‘πιστούς’ γρηγορότερα κοντά στον θεό, δηλαδή κοντά στο πουθενά και στο τίποτα, ενώ αυθεντική ζωή σημαίνει κοινωνική ισότητα, ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Οι θρησκευτικές συμμορίες διαπράττουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι διερωτώνται, μήπως η αμφισβήτηση της θρησκείας και η διάχυση της γνώσης ότι δεν υπάρχει κάποιος παντοδύναμος, πάνσοφος και πανάγαθος θεός, αθάνατη ψυχή και μετά θάνατον ζωή οδηγήσει με την έκρηξη ενός καταστροφικού ατομικισμού, στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών και στο χάος που θα ξαναγυρίσει την ανθρωπότητα σε ζωώδη κατάσταση. Η απάντηση είναι ότι ακριβώς οι θρησκείες είναι που γεννάνε και τρέφουν τον ατομικισμό, με τον μύθο της ‘αθάνατης ψυχής’, δηλαδή’ το φετίχ της ατομικής ιδιοκτησίας[26], ο οποίος γεννάει τον ανταγωνισμό μεταξύ πιστών και απίστων, ισλαμιστών και χριστιανών, ισλαμιστών και βουδιστών, πλούσιων και φτωχών και τελικά γεννάει “ανταγωνισμό και πόλεμο όλων εναντίον όλων”, οδηγώντας έτσι τους κοινωνικούς δεσμούς στο ξεχαρβάλωμα και στη ζουγκλοποίηση της ανθρωπότητας. Με αντιλήψεις και πρακτικές που εξαχρειώνουν τον άνθρωπο στον αδιέξοδο αγώνα “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”, οι θρησκείες οδηγούν την κοινωνία και την ανθρωπότητα σε επικίνδυνα αδιέξοδα από τα οποία δεν θα γλυτώσουν ούτε οι δημιουργοί τους και συνεπώς ούτε οι θρησκείες. Αν οι θρησκείες που κυριαρχούν χιλιάδες χρόνια πάνω στις κοινωνίες είχαν επιδιώξει την κοινωνική ισότητα, την πρόοδο και την καθολική ευημερία, τότε η ανθρωπότητα δεν θα βρισκόταν σήμερα στην κατάσταση που βρίσκεται, και αν οι θρησκείες θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως κάτι διαφορετικό, σύγχρονο και χρήσιμο, οφείλουν:
Να παραδεχτούν ότι το ιδεαλιστικό δημιούργημά τους, ο υποτιθέμενος ‘παντοδύναμος, πάνσοφος και πανάγαθος θεός’, δεν υπάρχει γιατί αν υπήρχε δεν θα αδιαφορούσε για τα εγκλήματα κάποιων υποτιθέμενων ‘ανθρώπων-δημιουργημάτων του’, που στο όνομά του εκμεταλλεύονται, μισούν, καταπιέζουν και καταδικάζουν την πλειονότητα των συνανθρώπων τους στη δυστυχία. Ούτε θα αδιαφορούσε για τον θάνατο εκατομμυρίων παιδιών κάθε χρόνο από την πείνα και για το ξεκλήρισμα ολόκληρων λαών, για να πλουτίζουν οι εξουσιαστές, γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν είναι παντοδύναμος, πάνσοφος και πανάγαθος, αλλά ένας διεστραμμένος, κακούργος ‘θεός’, σκιάχτρο μιας σχιζοφρενικής εξουσίας που μισεί τα δημιουργήματά του, οπότε και ως εξουσία είναι επικίνδυνη και συνεπώς αχρείαστη. Και συνεπώς θα πρέπει να ομολογήσουν δημόσια ότι πράγματι δεν υπάρχει θεός, οπότε όσοι συνειδητά και εν γνώσει τους υποστηρίζουν το αντίθετο είναι αγύρτες, απατεώνες, σκοταδιστές, φασίστες και εγκληματίες κατά της ανθρωπότητας και του ανθρώπινου πολιτισμού.
Να αναγνωρίσουν ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες είχαν από τα γεννοφάσκια τους διαμορφώσει συναινετικά θεσμούς, δομές, ήθη, έθιμα, κώδικες συμβίωσης, ατομικής και κοινωνικής ηθικής που ρύθμιζαν σχέσεις ισοτιμίας και ισοκατανομής μεταξύ των ανθρώπων και μάλιστα χωρίς τον φόβο του θεού και της εξουσίας, που τις οδήγησαν, αιώνες πριν από την εμφάνιση των θρησκειών, από την αγριότητα στον πολιτισμό και δεν περίμεναν κανένα φανταστικό Μωυσή ούτε κανένα υποτιθέμενο Μεσσία να υφαρπάξει την ευθύνη της κοινωνίας για τα της κοινωνίας, προκειμένου να την παραδώσει στα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία.
Να παραδεχτούν ότι η εμφάνιση και η εξέλιξη της ζωής ήταν και συνεχίζει να είναι υπόθεση των φυσικών νόμων της γήινης βιόσφαιρας και όχι κάποιας μεταφυσικής δύναμης, στην οποία μάλιστα οι δημιουργοί της φόρτωσαν, ως ‘θέλημα θεού’, όλα τα εγκλήματα των εκάστοτε εξουσιών, όπως την ανισότητα, την αδικία, την πείνα, τους πολέμους, τις γενοκτονίες και το μίσος ενάντια στην επιστήμη, στην έρευνα και στη γνώση.
Να αγωνιστούν ώστε να είναι οι άνθρωποι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι σε συνθήκες αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας που θα εγγυώνται την κοινωνική ισότητα στη βάση της κοινοκτημοσύνης και της ισοκατανομής.
Να αποβάλουν και να καταδικάσουν τον μισογυνισμό των θεμελιωτών τους[27] και των ιερατείων, που δηλητηριάζει τις σχέσεις των δύο φύλων, καταδικάζει εκ προοιμίου σε δυστυχία τη μισή ανθρωπότητα και εμποδίζει την ευδοκίμηση της αγάπης στο κοινωνικό κύτταρο και στην αφετηρία της ζωής, με άμεσο αποτέλεσμα την ενστάλαξη μίσους στα μυαλά των ανδρών ενάντια στη μάνα, στην αδερφή, στη σύζυγο και στην κόρη τους και συνεπώς τη διάχυση της δυστυχίας σε ολόκληρη την κοινωνία-ανθρωπότητα.
Να ενώνουν τους ανθρώπους και τους λαούς και όχι να τους χωρίζουν σε πιστούς και απίστους, σε ανώτερους, περιούσιους και σε κατώτερους κολασμένους, καταραμένους και εχθρούς.
Να μειώνουν και να αγωνίζονται στην πράξη, και όχι ‘στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα’, ενάντια στην ανισότητα και όχι να ευλογούν την οικονομική και κοινωνική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων και των λαών.
Να περιορίζουν την αδικία, την καταπίεση, τη φτώχεια και τη δυστυχία, και να εργάζονται με τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού για την πραγματική ευτυχία όλων των ανθρώπων, καταδικάζοντας τη βίαιη εκμετάλλευση των ανθρώπων από μια μικρή μειονότητα.
Να καταδικάσουν τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια λίγων πλουτοκρατών, οι ίδιες να πάψουν να εκμεταλλεύονται οικονομικά τους πιστούς, να αποδώσουν αμέσως όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σε αυτοδιαχειριζόμενους θεσμούς ανακούφισης των φτωχών, αντί να τα κάνουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων και πακέτα μετοχών σε ανώνυμες εταιρείες.
Να στέκονται πραγματικοί υπερασπιστές και αλληλέγγυες των φτωχών, των αδύνατων και των κατατρεγμένων και όχι να τους εκμεταλλεύονται πνευματικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά, συνεργαζόμενες με φασίστες, φονταμενταλιστές και εξουσιαστές, ευλογώντας αποικιοκρατικούς, ιμπεριαλιστικούς, κατακτητικούς ‘ιερούς πολέμους’.
Να δείξουν εμπιστοσύνη στην κρίση των ανθρώπων και να σεβαστούν την πνευματική τους αυτονομία, την ελεύθερη αναζήτηση της γνώσης, χωρίς την κατήχησή τους από τα γεννοφάσκια τους, χωρίς την εκμετάλλευση του φόβου του θανάτου και χωρίς την καλλιέργεια της απατηλής υπόσχεσης για μεταθανάτια ζωή, για κολάσεις και παραδείσους.
Να εγκαταλείψουν την υποκρισία και τον μύθο για τη δήθεν ‘αθάνατη ψυχή’, να αντιμετωπίσουν τον άνθρωπο ως ενιαίο όλον και να του αναγνωρίσουν το δικαίωμα να χαρεί τη ζωή του στα πλαίσια μιας κοινωνίας της ισότητας, της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας, αντί να τον φορτώνουν με παραλογισμούς περί προπατορικών αμαρτημάτων και να τον εγκλωβίζουν σε μια γελοία, απάνθρωπη και αντικοινωνική ‘ηθική’ με σκοπό να την παραβιάζει για να έχει στη συνέχεια ενοχές και να καταφεύγει στους ‘αντιπροσώπους’ του θεού για να του συγχωρήσουν τις ‘αμαρτίες’.
Να εκτιμήσουν σωστά και να στηρίζουν, αντί να αφορίζουν, τους κοινωνικούς αγώνες των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης[28] και του Πολιτισμού ενάντια στις σκοταδιστικές και εξουσιαστικές δυνάμεις, ως τη μοναδική δύναμη που μπορεί να αναθεμελιώσει τις κοινωνίες στη βάση μιας σύγχρονης ουμανιστικής κοσμοαντίληψης και ενός συστήματος αρχών και αξιών με στόχο την οριστική εξάλειψη της κοινωνικής ανισότητας, που αποτελεί τη μήτρα όλων των δεινών της ανθρωπότητας.
Να σεβαστούν την προσωπικότητα των παιδιών και να σταματήσουν αμέσως τη θρησκευτική κατήχησή τους, αφού αυτά λόγω ηλικίας αδυνατούν να διακρίνουν τον παραλογισμό και τις αντιφάσεις, να συγκρίνουν και να κρίνουν τη σκοπιμότητά της, σε συνδυασμό με τη σαδιστική ενοχοποίηση αλλά και την εκμετάλλευση της σεξουαλικότητάς τους, που οδηγούν τους νέους σε νευρώσεις, σε διανοητική ατροφία και σε παραίτηση απέναντι στις αυθεντίες και στις εξουσίες.
Αντίθετα, οι θρησκείες όλες και χωρίς καμιά εξαίρεση, αρνούνται να δουν και να δεχτούν αυτήν την πραγματικότητα, λειτούργησαν και συνεχίζουν να λειτουργούν ως σκοταδιστικοί μηχανισμοί και ως στηρίγματα των πιο άδικων, ανήθικων, απάνθρωπων, αντικοινωνικών και καταστροφικών εξουσιών και συνεπώς δρουν συνειδητά ως εμπόδια στον αγώνα των δημιουργικά εργαζόμενων ανθρώπων για ένα καλύτερο κόσμο[29].
Για όλους αυτούς τους λόγους, καταλήγει ο Φρόυντ, «η διατήρηση της σημερινής σχέσης με τη θρησκεία αποτελεί μεγαλύτερο κίνδυνο για τον πολιτισμό από το ξεπέρασμά της»[30]. Η απελευθέρωση των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, η απελευθέρωσή μας από τις θρησκευτικές ψευδαισθήσεις και η ανάκτηση της αυτοπεποίθησής μας θα απελευθέρωνε όλες τις δημιουργικές δυνάμεις μας, πράγμα που θα μας καθιστούσε σταδιακά ικανούς να αντιμετωπίσουμε συνεργαζόμενοι με μεγαλύτερη επιτυχία τα προβλήματα της μοναδικής, επίγειας ζωής μας, για κοινωνική ισότητα και καθολική ευημερία, χωρίς ψευδαισθήσεις και καταπίεση. Προς αυτήν την κατεύθυνση μας οδηγεί βήμα-βήμα μόνο η επιστήμη και παρά τα όσα εμπόδια της βάζουν οι θρησκείες και οι εξουσίες.

Να απελευθερώσουμε την Επιστήμη από την θρησκευτική και την εξουσιαστική  αγυρτεία

Είναι η επιστήμη και όχι η θρησκεία που κάνει θαύματα, αλλά θαύματα αληθινά, σπουδαία επιτεύγματα, όλο και σημαντικότερα, όλο και περισσότερα που σώζουν εκατομμύρια ανθρώπους, χωρίς να ρωτάει αν αυτός που σώζεται είναι ιουδαίος, χριστιανός, βουδιστής ή μουσουλμάνος, μαύρος, κίτρινος ή λευκός, θρήσκος ή άθεος, απατεώνας, φονιάς ή μαζικός εγκληματίας, Αμερικανός, Κινέζος, Αφρικανός ή Ρώσος. Γι’ αυτό και τα θρησκευτικά ιερατεία είναι καιρός να σταματήσουν τον πόλεμο ενάντια στην επιστήμη κατηγορώντας την πως άλλα λέει ο ένας επιστήμονας και άλλα λέει ο άλλος, ή άλλα έλεγε χτες και άλλα λέει σήμερα, ενώ οι θρησκείες είναι τάχα καλύτερες επειδή είναι σταθερές, αφού ό,τι έλεγαν πριν από δυο χιλιάδες χρόνια τα ίδια λένε και σήμερα. Είναι καιρός να αποδεχτούν και όλοι οι θρησκευόμενοι πως ακριβώς εκεί βρίσκεται η διαφορά μεταξύ θρησκείας και επιστήμης. Η δύναμη και η αίγλη της επιστήμης βρίσκεται ακριβώς στην έρευνα, αφού η επιστήμη εξελίσσεται χτίζοντας με κόπο, χρήσιμη για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα γνώση πάνω στη γνώση, για μια αξιοπρεπή και ευτυχισμένη ζωή όλων των ανθρώπων, σε αντίθεση με τα θρησκευτικά και εξουσιαστικά ιερατεία που εκτρέπουν την επιστήμη από δύναμη απελευθέρωσης του ανθρώπου από την πείνα και τη δυστυχία σε δύναμη εξουσίας και σκλαβιάς.
Κι ας αναρωτηθούν πώς θα ήταν η ζωή τους αν ζούσαν ακόμα σε σπηλιές κι έτρωγαν ρίζες, βλαστάρια και καρπούς, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς φάρμακα, χωρίς συγκοινωνίες, χωρίς τα τόσα μηχανήματα που διευκολύνουν τα ειρηνικά έργα, χωρίς τηλεπικοινωνίες και τόσα άλλα επιτεύγματα της επιστήμης, όταν όπως τότε, θα πέθαιναν οι περισσότεροι από το κρύο, από την πείνα ή από επιδημίες πριν ακόμα προλάβουν να χαρούν το μεγάλο δώρο της ζωής τους. Κι ας σταματήσουν να υποκρίνονται πως η μόρφωση και η επιστήμη είναι αμαρτία κι ας ομολογήσουν πως θέλουν αμόρφωτους τους ανθρώπους για να πιστεύουν στις ανοησίες τους και να τους προσκυνάνε ενώ τους εξαπατούν και τους εκμεταλλεύονται.
Η προσπάθεια να αποδομηθεί η αξιοπιστία της επιστήμης, αποδίδοντας σ’ αυτήν τον ρόλο του συνεργάτη της εξουσίας και του εργαλείου της καταστροφής και του πολέμου, ρόλου δηλαδή που ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στη θρησκεία και στη θεσμική της έκφραση, την Εκκλησία, δεν είναι αντικειμενική, γιατί η επιστήμη δεν ασκεί η ίδια άμεση εξουσία όπως άσκησε και ασκεί η θρησκεία-Εκκλησία. Άλλωστε, ο προσανατολισμός της επιστήμης σε συνθήκες καπιταλισμού και οι πρακτικές και τεχνολογικές εφαρμογές της εξαρτώνται από την απόφαση και τη χρηματοδότηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας και ασκούνται από ‘επιστήμονες’ που συνειδητά επιλέγουν να συνεργαστούν με την εξουσία ή επειδή την φοβούνται και συμβιβάζονται. Γιατί δεν θέλουν να έχουν την τύχη της Υπατίας, του Τζιορντάνο Μπρούνο, του Γαλιλαίου και τόσων άλλων επώνυμων και ανώνυμων επιστημόνων που έχασαν και χάνουν καθημερινά τη δουλειά τους ή ακόμα και τη ζωή τους, ή για άλλους προσωπικούς οικονομικούς, ιδεολογικούς και θρησκευτικούς λόγους που δεν έχουν καμιά σχέση ούτε με τον κοινωνικό-επαναστατικό χαρακτήρα της επιστήμης, ούτε με την επιστημονική δεοντολογία. Η απελευθέρωση της επιστήμης από την εξουσία της κοινωνικής ανισότητας και η κοινωνικά υπεύθυνη ανάπτυξη και διάχυσή της σε όλα τα κύτταρα της κοινωνίας, θα οδηγήσει στον σταδιακό μαρασμό της θρησκείας και της εκμεταλλευτικής εξουσίας, ανοίγοντας τον δρόμο για το πέρασμα από τις δομές της κοινωνικής ανισότητας στις αρχιτεκτονικές δόμησης της κοινωνικής ισότητας και της άμεσης, της αταξικής δημοκρατίας[31].



[1] Για μια διεξοδικότερη ανάλυση της σχέσης μεταξύ θρησκείας και εξουσίας, βλέπε: Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2015.
[2] Thomas Paine (1737-1809). Αγγλοαμερικανός φιλόσοφος και επαναστάτης.
[3] Ambrose Gwinnett Bierce (1842-1914). Αμερικανός συγγραφέας.
[4] Για την ύπαρξη του οποίου δεν υπάρχει καμιά ιστορική μαρτυρία, πέραν των λεγόμενων ‘ευαγγελίων’, τα οποία βεβαίως γράφτηκαν πολύ αργότερα από την εποχή κατά την οποίαν υποτίθεται ότι έζησε, μετά την λεγόμενη πρώτη Σύνοδο της Νικαίας, το 325 νέας χρονολογίας και δεν θεωρούνται ιστορικές πηγές με την επιστημονική έννοια, βλέπε Λάμπος Κώστας, Θεός και Κεφάλαιο…, ό. π., σελ. 149 και επόμενες.
[5] Ούτε και περί ‘Θεοτόκου παρθένου Μαρίας’ δεν αποφάνθηκαν οι ιστορικές πηγές, αλλά αποφάσισε τελικά, και παρά τις πολλές αμφισβητήσεις και αντιρρήσεις, η Σύνοδος της Εφέσου το 431, δηλαδή περίπου τεσσερισήμισι αιώνες μετά την υποτιθέμενη γέννηση του Χριστού και εκατό και πλέον χρόνια μετά τη συνωμοσία του Κωνσταντίνου και του Ευσέβιου, ότι η «Παρθένος Μαρία εγέννησε τον θεάνθρωπον Χριστόν». Μέχρι τότε κανείς δεν γνώριζε την ύπαρξή της, Bushby Tony, The Bible Fraud, (Η Βίβλος της απάτης), Pacific Blue Group 2001.
[6] . Μεταξύ των άπειρων ονομάτων συναντάμε ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά ‘θεοτοκονύμια’, όπως λ.χ.: Παναγία η Αγία Σιών, Παναγία η Αγία Υπακοή, Παναγία η Αληθινή, Παναγία η Αμόλυντος, Παναγία η Γερόντισσα, Παναγία Γιάτρισσα, Παναγία η Γκαβή, Παναγία η Γουρλομάτα, Παναγία η Εθνοφρουρούσσα, Παναγία η Κακιά Μέλισσα, Παναγία η Κουνίστρα, Παναγία η Μαχαιριώτισσα, Παναγία του Πάθους, Παναγία η Στρατηλάτισσα, Παναγία η Τριχερούσα, Παναγία η Ψυχοσώστρια κ.λπ. Βλ. Τα 500 ονόματα της Παναγίας, http://www.newsbomb.gr/ellada/news/story/335921/ta-500-onomata-tis-panagias-kai-oi-symvolismoi-toys
[7] Οικονομίδης Γιώργος, Φυλακίστηκε ο «διάδοχος» των Αποστόλων, http://www.sporeas.gr/filakistike_o_diadoxosTwnApostolwn.htm, Βλέπε επίσης, Ανώνυμο, Παντελεήμονας Αττικής: 1,5 δισ. δραχμές για τα γεράματά του αλλά ελεύθερος και αθώος!, http://kleitor.blogspot.gr/2011/06/15.html
[8] Οι ψυχολόγοι συγκλίνουν στην άποψη ότι ο φετιχιστής είναι ένα άτομο που προσπαθεί να ξεπεράσει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και τα αισθήματα σεξουαλικής ανικανότητας με τη χρήση ενός άψυχου αντικειμένου, του φετίχ, ή ακόμα και για να αντιμετωπίσει τον φόβο ευνουχισμού. Φρόυντ Σίγκμουντ, Ναρκισσισμός, μαζοχισμός, φετιχισμός, Επίκουρος, Αθήνα 1991 και Steele Valerie, Fetish: Fashion, Sex, and Power (Φετίχ: Μόδα, Σεξ και εξουσία), New York: Oxford University Press 1996.
[9] Η ανασφάλεια, η νευρικότητα και το άγχος οδηγούν, σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης έρευνας του Πανεπιστημίου Newcastle, ορισμένα άτομα στη χάραξη τατουάζ στο σώμα τους. Πάνω από το 50 % των ατόμων που έχει κάνει τατουάζ, αργότερα το μετανιώνει και θα προτιμούσε να μην το είχε κάνει. Αυτό το εκφράζουν οι νέοι όταν επισκέπτονται έναν δερματολόγο για να αφαιρέσουν ένα τατουάζ, μία διαδικασία επώδυνη, αλλά και δαπανηρή. Στο τεύχος Ιουλίου του Archives of Dermatology, ερευνητές από το Κέντρο Επιστημών Υγείας του Texas Tech University αναφέρουν σε έρευνα, σχετική με το τι οδηγεί κάποιον να αφαιρέσει ένα τατουάζ: το τατουάζ δεν τον εκφράζει στο παρόν, καθώς αναφέρεται σε κατάσταση του παρελθόντος, δημιουργεί προβλήματα με τα ρούχα και την εμφάνιση, προκαλεί αμηχανία, αλλά και ανησυχία ότι το τατουάζ θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη δουλειά ή καριέρα του. Ίσως, λοιπόν, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι τα περισσότερα άτομα που ζητούν αφαίρεση τατουάζ είναι γυναίκες, οι οποίες φαίνεται ότι αισθάνονται περισσότερο ψυχολογική δυσφορία, χαρακτηρίζοντας το τατουάζ τους στίγμα.
[10] Επιστημονικές έρευνες διαπίστωσαν ότι τα τατουάζ ενοχοποιούνται για συστηματικές λοιμώξεις, ενδοκαρδίτιδα, ηπατίτιδα B και C, AIDS, δερματικές αντιδράσεις, αλλεργικές αντιδράσεις κ.λπ. Συγκεκριμένα, το 34% των ανθρώπων με ηπατίτιδα C είχαν κάνει τατουάζ συγκριτικά με το 12% όσων δεν είχαν μολυνθεί. Για τα αποτελέσματα της έρευνας που διενεργήθηκε σε 2000 άτομα, βλ. στο Carney Kerrilynn, Dhalla Sameer, Aytaman Ayse Tenner1 Craig T and Francois Fritz, Association of tattooing and hepatitis C virus infection: A multicenter case-control study, Journal of Heaptology, June 2013.
[11] Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (378-444) υπήρξε επίσκοπος Αλεξανδρείας τα έτη 412-444. Ήταν κεντρική μορφή της Συνόδου της Εφέσου το 431, που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νεστόριου από τον αρχιεπισκοπικό θώκο της Κωνσταντινούπολης. Αν και αμφιλεγόμενη ιστορική προσωπικότητα, θεωρείται εκ των κορυφαίων δογματικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πολυσυζητημένο είναι το θέμα της εμπλοκής του στην άγρια δολοφονία της άθεης μαθηματικού και φιλοσόφου Υπατίας και στην υποκίνηση στάσεων και βίαιων εκδηλώσεων.
[12] Κορδάτος Γιάννης, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1975, τόμ. 2ος, σ. 434 (υπογράμμιση Κ.Λ.).
[13] .Ό.π., σ. 434.
[14] «Οι ζωγράφοι, μη έχοντας μοντέλο και μια που η παλιοχριστιανική παράδοση δεν μπορούσε σε τίποτα να τους βοηθήσει, έφτιαχναν εικόνες του Ιησού, που η μια με την άλλη, από τις πολλές που είχαν φτιαχτεί σ’ Ανατολή και Δύση, δεν έμοιαζαν ούτε στα κύρια χαρακτηριστικά», ό.π., σ. 440.
[15] Και για την περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κανείς τον συμβολισμό αυτής της περιγραφής, σπεύδει το ιερατείο (διά του Μοναχού Λεόντιου Διονυσιάτη τον Μάρτη 2012 στο http://www.imdleo.gr/apocalypse/apocalypse_b.pdf), να εξηγήσει ότι: «Το αρνίον αυτό έχει ‘επτά κέρατα’, που δείχνουν την παντοδυναμία Του, και ‘επτά οφθαλμούς’, που δείχνουν την παντογνωσία Του και την πανσοφία Του». Τώρα στο ερώτημα, γιατί τον αριθμό επτά και όχι έξι ή οκτώ και αν σ’ αυτήν την περίπτωση θα ήταν λιγότερο δυνατό και σοφό το ‘εσφαγμένον αρνίον’, δεν προσφέρεται απάντηση, αλλά μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο συντάκτης, ή κάποιος από τους συντάκτες, της ‘Αποκάλυψης’, γνώριζε την αριθμοφιλοσοφία του Πυθαγόρα, μια από τις βασικότερες πηγές του ιουδαιοχριστιανισμού και επέλεξε το επτά γιατί ήταν ο ιερός αριθμός, όσα κατά σύμπτωση και τα επτά μυστήρια διά των οποίων γίνεται και παραμένει κάποιος χριστιανός, που, βέβαια, σημαίνει ότι με ένα λιγότερο, ας πούμε λ.χ. τη ‘θεία εξομολόγηση’, παύεις να είσαι χριστιανός!
[16] «Ισπανοί αρχαιολόγοι έφεραν πρόσφατα στο φως ένα γυάλινο δισκάριο που χρονολογείται από τον 4ο αι. μ.Χ. με την εικόνα του Χριστού που είναι διαφορετική απ’ αυτήν που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Σ’ αυτήν ο Ιησούς απεικονίζεται χωρίς γενειάδα και με κοντά σγουρά μαλλιά. Το δισκάριο εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Λινάρες». http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/arxaiologoi-brikan-eikona-toy-xristoy-xoris-genia.
[17] Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (676-749 μ.Χ.) ήταν Σύρος μοναχός και ιερέας και ανήκε σε εξέχουσα οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν διοικητής της Δαμασκού, που ήταν τότε υποταγμένη στους Σαρακηνούς, και «υπουργός» οικονομικών του χαλίφη των Αράβων.
[18] Κορδάτος Γιάνης, Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός, ό.π., σ. 440.
[19] Ο Ανώνυμος Έλληνας μας πληροφορεί ότι «οι Επίσκοποι έχουν ένα κιβώτιο γεμάτο με ανθρώπινα κόκαλα και κρανία ολόκληρα τα οποία ασημώνουν και έπειτα τα ονοματίζουν, άλλα μεν του αγίου Χαραλάμπους και άλλα του αγίου Γρηγορίου. Με ένα λόγο δεν αφήνουν άγιο για άγιο χωρίς να έχουν μέρος από τα κόκαλά του. Εγώ προσωπικά είδα μέχρι τώρα τέσσερα κρανία του αγίου Χαραλάμπους [...] Οι περισσότεροι από αυτούς τους κοκαλοπωλητές προέρχονται από το όρος Άθως, που το ονόμασαν άγιο όρος και στο οποίο βρίσκεται η πηγή αυτών των καλογήρων». Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία, ό.π., σ. 116-117. Μια από τις βασικές επιχειρηματικές δραστηριότητες της ιταλικής Μαφίας, σύμφωνα με μια παλιότερη έρευνα του περιοδικού Der Spiegel, είναι η παραγωγή και η εμπορία εκκλησιαστικών ειδών, εικόνων και ‘λειψάνων αγίων’. Ειδικότερα, η παραγωγή λειψάνων ‘αγίων’ γίνεται από τη Μαφία με ειδική επεξεργασία μουμιοποίησης ‘εξαφανισμένων’, από την ίδια, Σικελών, με αποτέλεσμα να έχουν καταμετρηθεί περισσότερα ολόσωμα λείψανα, κάρες ή άλλα μέρη του σώματος κάποιων ίδιων ‘θαυματοφόρων αγίων’ στον ‘χριστιανικό κόσμο’. Λείψανα ‘αγίων’, βέβαια, παράγει και το ίδιο το ιερατείο με ειδικές τεχνικές και σκηνοθετημένα ‘θαύματα’.
[20] Ηλιάδου Ειρήνη, Η αγιογραφία ως τέχνη ιερά, στο: http://www.agiografies-iliadou.com/eshop/index.php?route=product/, (υπογράμμιση Κ.Λ.).
[21] Ό.π.
[22] Μεταξύ των πολλών, ανάλογα με τον αγιογράφο, εκδοχών της είναι και αυτή που βρίσκεται σε ένα παλιό, γνωστό πεδινό μοναστήρι της κεντρικής Λέσβου και τον παρουσιάζει με τον σταυρό στο ένα χέρι και το όπλο της εποχής του στο άλλο, με το Χ να παραπέμπει στον αγκυλωτό σταυρό του ναζισμού ή, στην καλύτερη περίπτωση, σ’ ένα από τα παλιά σύμβολα του ινδουισμού.
[23] Κονδύλης Παναγιώτης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 2007, σ. 34.
[24] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Αμερικανισμός και παγκοσμιοποίηση. Οικονομία του φόβου και της παρακμής, ΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 2009.
[25] Ράιχ Βίλχελμ, Η μαζική ψυχολογία του φασισμού, Μπουκουμάνης, Αθήνα 1974, σ. 449 και 392.
[26] Βλέπε, Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.
[27] Ένα μικρό δείγμα του σχεδόν πανομοιότυπου μισογυνισμού των λεγόμενων αβρααμικών, μονοθεϊστικών πατριαρχικών θρησκειών, αφιερωμένο σε όλες και ιδιαίτερα σ’ εκείνες τις γυναίκες που παρά τη θρησκοληψία και το πνευματικό τους σακάτεμα από τον θρησκευτικό σκοταδιστικό και τον ιδεολογικό, εξουσιαστικό πατριαρχισμό, καταφέρνουν ακόμα να μας χαρίζουν ζωή, αγάπη, έμπνευση και ευτυχία:
Παλαιά Διαθήκη: «Kαι ο Mωυσής θύμωσε εναντίον των αρχηγών του στρατεύματος, των χιλιάρχων, και των εκατοντάρχων, που ήρθαν από την παράταξη του πολέμου και τούς είπε: Aφήσατε ζωντανές όλες τις γυναίκες; Δέστε, αυτές έγιναν αιτία στους γιους Iσραήλ, σύμφωνα με τη συμβουλή τού Bαλαάμ, να ανομήσουν ενάντια στον Kύριο, στην υπόθεση του Φεγώρ, και έγινε η πληγή επάνω στη συναγωγή τού Kυρίου και τώρα, θανατώστε από τα παιδιά όλα τα αρσενικά, θανατώστε ακόμα και όλες τις γυναίκες, όσες γνώρισαν άνδρα, που κοιμήθηκαν μαζί του, όλα, όμως, τα μικρά κορίτσια, όσα δεν γνώρισαν κοίτη άνδρα, φυλάξτε τα για τον εαυτό σας ζωντανά», Παλαιά Διαθήκη, κεφ. 31.14-18.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
Ιησούς: «Κι εγώ σας λέγω ότι αυτός που βλέπει μια γυναίκα και την επιθυμεί, ήδη εμοίχευσε μέσα στην καρδιά του» (Κατά Ματθαίον, 5. 28).
Παύλος: «Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το ίδιο της το σώμα, αλλά ο άνδρας» (Πρώτη προς Κορινθίους, 7. 4)
Παύλος: «Ο άνδρας... επλάσθη εξ αρχής ως ο κύριος εκπρόσωπος της κυριαρχίας του Θεού επί της Γης και είναι διά τούτο περισσότερον από την γυναίκα εικών και δόξα του Θεού. Η γυναίκα δε ως το εξαιρετικότερον από τα άλλα κτίσματα, που έχει υπό την εξουσίαν ο άνδρας, είναι δόξα του ανδρός. Πράγματι δε ο άνδρας είναι υπεροχότερος από την γυναίκα, διότι δεν έγινε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλ’ η γυναίκα έγινεν από τον άνδρα. Και επί πλέον δεν εκτίσθη ο άνδρας διά να βοηθή την γυναίκα, αλλ’ η γυναίκα επλάσθη προς χάριν και βοήθειαν του ανδρός» (προς Κορινθίους επιστολές).
Παύλος: Πρώτη Επιστολή προς Κορινθίους: «Διότι εγώ θέλω να είναι όλοι οι άνθρωποι όπως είμαι και εγώ, δηλαδή άγαμος και αφωσιωμένος στον Θεόν [...] Ο άγαμος φροντίζει και ενδιαφέρεται δι’ όσα παραγγέλλει και θέλει ο Κυριος. Φροντίζει πως να αρέση στον Κυριον.[...] Η μείνασα παρθένος φροντίζει με όλην της την ψυχήν και επιδιώκει εκείνα που αρέσουν στον Κυριον, δια να είναι αγία και καθαρά κατά το σώμα και την ψυχήν. Λέγω δε αυτό περί της παρθενικής ζωής αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον σας, όχι δια να σας βάλω θηλειά στον λαιμόν και να σας τραβήξω, χωρίς να το θέλετε, στον άγαμον βίον, αλλά δια να σας δείξω και να σας οδηγήσω εις μίαν σεμνήν ζωήν και διακεκριμένην θέσιν πλησίον του Κυρίου, χωρίς βιωτικούς περισπασμούς και φροντίδας».
Αυγουστίνος: «Οι γυναίκες δεν πρέπει να έχουν απολύτως καμιά διαφώτιση ή παιδεία. Αλλά πραγματικά πρέπει να απομονώνονται γιατί είναι η αιτία των μισητών και ακουσίων στύσεων στους αγίους άνδρες»,
Άγιος Βασίλειος: «Η γυναίκα δεν έχει την άδεια να αφήνει τον άνδρα της, αλλά, κι αν δέρνει αυτήν εκείνος, πρέπει να υπομένει κι όχι να χωρίζεται, κι αν την προίκα της ξοδεύει, κι αν σε άλλες γυναίκες πορνεύει, αυτή πρέπει να καρτερεί. Ώστε η μεν γυναίκα, η αφήσασα τον άνδρα της μοιχαλίς είναι αν πάρη άλλον, ο δε αφεθείς αυτός άνδρας, αν πάρει άλλη, συγχωρείται» (Πηδάλιο, κανών Θ).
Άγιος Ιωάννης: «Γενικά η γυναίκα είναι ένα σκουλήκι που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, σκεύος ακαθαρσιών, ο εχθρός της ειρήνης. Ο κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος. Eίναι ελαφρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απ’ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες».
Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Τι άλλο είναι η γυναίκα παρά ένας εχθρός της φιλίας, μια αναπόφευκτη τιμωρία, ένα αναγκαίο κακό, ένας φυσικός πειρασμός, ένας επιθυμητός όλεθρος, ένας οικιακός κίνδυνος, μια ευχάριστη καταστροφή, ένα κακό της φύσεως ζωγραφισμένο με όμορφα χρώματα;»
Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Από όλα τα άγρια θηρία το πιο βλαβερό είναι η γυναίκα».
Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (ο δολοφόνος της Υπατίας): «Η γυναίκα πρέπει να αισχύνεται που είναι γυναίκα».
Ισαάκ ο Σύρος: «Είναι καλύτερο να φας δηλητήριο, παρά να συμφάγεις με μια γυναίκα, και αν ακόμη είναι μητέρα σου ή αδελφή σου».
Κοσμάς ο Αιτωλός: «Αν σ’ ένα σταυροδρόμι συναντήσεις το διάβολο και μια γυναίκα, πήγαινε προς τα εκεί που είναι ο διάβολος και όχι προς τα εκεί που είναι η γυναίκα».
Μέγας Αθανάσιος: «Με τις γυναίκες δεν είναι ασφαλές ούτε από κοινού ν’ αποφασίζει κανείς».
Τερτυλλιανός: «Γυναίκα! Είσαι η πύλη του διαβόλου. Εξαιτίας σου αναγκάστηκε να πεθάνει ο γιος του θεού. Θα έπρεπε να κυκλοφορείς πάντα με μαύρα ρούχα και κουρελιασμένα».
ΙΣΛΑΜ
Μωάμεθ: «Οι άνδρες είναι οι συντηρητές των γυναικών, επειδή ο Αλλάχ έκανε ορισμένους να υπερέχουν των άλλων, και επειδή εκείνοι ξοδεύουν από την περιουσία τους. Οι καλές γυναίκες συνεπώς είναι υπάκουες, φυλάγοντας τα κρυφά πράγματα όπως τα έχει φυλάξει ο Αλλάχ, και όσο για εκείνες εκ μέρους των οποίων φοβόσαστε την εγκατάλειψη, να τις επιπλήττετε, και να τις αφήνετε μόνες μέσα στους χώρους του ύπνου, και να τις δέρνετε. Και τότε, αν σας υπακούνε, μην ζητάτε κάτι εναντίον τους. Είναι βέβαιο πως ο Αλλάχ είναι ύψιστος, είναι μεγάλος». Κοράνι 4:34
Μωάμεθ: «Οι γυναίκες-σας είναι σαν ένα κομμάτι καλλιεργημένης γης για εσάς,·έτσι, πλησιάστε τη γη-σας όποτε και όπως θέλετε». Κοράνι 2:223.
Μωάμεθ: «Στον Παράδεισο υπάρχει ένα περίπτερο φτιαγμένο από ένα τεράστιο κούφιο μαργαριτάρι εξήντα μίλια σε πλάτος, σε κάθε γωνία του οποίου υπάρχουν εταίρες που δεν θα βλέπουν εκείνους που είναι στις άλλες γωνίες, και που οι πιστοί θα τις επισκέπτονται και θα τις απολαμβάνουν». Sahih Al-Bukhari 4879 (Το Sahih Al-Bukhari, είναι το δεύτερο σημαντικό ιερό βιβλίο του Ισλάμ μετά το Κοράνι).
ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ
«Οι εβραίοι αποκαλούνται ανθρώπινα όντα, αλλά οι μη-εβραίοι δεν είναι άνθρωποι. ΕΙΝΑΙ ΚΤΗΝΗ», TALMUD, Baba Mezia, 114b. Οι εβραίοι δικαιούνται να ληστεύουν και να φονεύουν μη-εβραίους, TALMUD, Sanhedrin 57a. «Όλα τα παιδιά των απίστων είναι ζώα. (…) Τα κορίτσια των μη-εβραίων βρίσκονται σε κατάσταση niddah (ακαθαρσίας) από τη γέννα τους», TALMUD, Abodah Zarah 36b. «Μια έγκυος εβραία δεν είναι καλύτερη από ένα έγκυο ΖΩΟ», TALMUD, Coschen Hamischpat 405. «‘Ενας εβραίος μπορεί να συνουσιαστεί με ένα παιδί, αρκεί το παιδί να είναι λιγότερο από 9 ετών», TALMUD Sanhedrin 54b. «Δεν είναι σημαντικό όταν ένας άντρας συνουσιάζεται με ένα μικρό κοριτσάκι», TALMUD, Kethuboth 11b.
ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ
Αν και ο σχετικός νόμος έχει καταργηθεί, εν τούτοις η ισχυρή θρησκευτική παράδοση επιβάλλει: «Όλες οι γυναίκες, ανεξαρτήτως κάστας, οφείλουν να καούν ζωντανές μαζί με τον θανόντα σύζυγο για να αποδείξουν την αθωότητα, την πίστη και αφοσίωση στον άντρα τους. Το έθιμο αυτό ονομάζεται sati (αγιοσύνη). Εξαιρέσεις αποτελούν οι έγκυες και οι μητέρες μικρών παιδιών. Αν δεν το κάνουν, θα τιμωρηθούν (από τους συγγενείς και αν όχι) στις επόμενες ζωές θα ξαναγεννιούνται γυναίκες ώσπου να κάνουν σάτι (Garuda Purana ΙΙ 4: 91-100).
[28] «Το επιστημονικό πνεύμα δημιουργεί ένα συγκεκριμένο τρόπο τοποθέτησης απέναντι στα πράγματα αυτού του κόσμου, απέναντι στα πράγματα της θρησκείας, σταματάει για λίγο, διστάζει, τελικά περνάει και εδώ το κατώφλι. Σ’ αυτήν τη διαδικασία δεν υπάρχει σταματημός, όσο περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν πρόσβαση στους θησαυρούς της γνώσης, τόσο πιο πολύ θα ξαπλώνεται η αποστασιοποίηση από τη θρησκευτική πίστη, πρώτα από τις ξεπερασμένες, αντιαισθητικές αμφιέσεις της και στη συνέχεια και από τις θεμελιακές προϋποθέσεις της». Freud Sigmund, Το μέλλον μιας αυταπάτης,  Εκδόσεις Ελληνική Παιδεία, Αθήνα 2011, σ. 58.
[29] Λάμπος Κώστας, Θρησκεία και Εξουσία I. Μύθος και Ιδεολογία, http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/thriskeia-kai-eksoysia-i-mythos-kai-ideologia και Λάμπος Κώστας, Θρησκεία και Εξουσία ΙΙ. Κρίση και Απελευθέρωση, http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/thriskeia-kai-eksoysia-ii-krisi-kai-apeleytherosi
[30] Freud Sigmund, Το μέλλον μιας αυταπάτης, ό.π., σ. 53.
[31] Για μια διεξοδική ανάλυση του θέματος, βλέπε, Λάμπος Κώστας, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.